Ο Πρωθυπουργός και επίσημα χθες από την Ολομέλεια της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του κυβερνώντος κόμματος κήρυξε την έναρξη της διαβούλευσης για τη συνταγματική αναθεώρηση. Η όλη διαδικασία είναι και θεσμική και προβλεπόμενη και αναγκαία για την εναρμόνιση της πολιτείας – βάσει του ανώτατου καταστατικού πολιτειακού χάρτη της – με τα νέα διεθνή και εσωτερικά δεδομένα. Περιέχονται ως πρόταση δε, αφού υπάρχει ακόμη δρόμος, ενδείξεις προτάσεων που όντως θωρακίζουν θεσμικά την πατρίδα αλλά και διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον βελτιούμενης διάκρισης των εξουσιών και καλύτερου ρόλου και ισχύος του κοινοβουλευτισμού.
Η αναθεώρηση για παράδειγμα του άρθρου 86 ή η διάταξη για το 16 σχεδόν επιβάλλονται σήμερα. Κι αυτό αφού στο πρώτο σκέλος δοκιμάζεται το κύρος και η αξιοπιστία του πολιτικού προσωπικού και της εκτελεστικής εξουσίας και στο δεύτερο το αίτημα για ένα καλύτερο και πιο ανταγωνιστικό πλαίσιο στην παιδεία είναι καθολικά αναγκαίο.
Η συζήτηση όμως δεν είναι με βάση αυτή την αυτονόητη διαδικασία. Περισσότερο εγείρει ερωτήματα το μομέντουμ της όλης πρωτοβουλίας, εντός μιας συνεδρίας της ΚΟ της ΝΔ και εν μέσω της δίνης που έχει περιέλθει η κυβέρνηση. Το στρίβειν διά του Συντάγματος είναι περισσότερο από προφανές σε τούτη τη συγκυρία. Πολύ χειρότερα μια εσωκομματική πίεση συνάντησε αντιπερισπασμό μέσω της πρόθεσης για μεταβολές στον ανώτατο χάρτη του κράτους και διά στόματος του Πρωθυπουργού. Το Σύνταγμα όμως δεν είναι διά πάσαν πολιτική νόσο. Και δεν μπορεί να συνδέεται με τις βαθμίδες φθοράς μιας κυβέρνησης ή με τον προεκλογικό της σχεδιασμό.






