«Η Κυβερνώσα Αριστερά της Νέας Εποχής» είναι ο τίτλος του πολυσέλιδου μανιφέστου που δημοσιοποίησε ο Τσίπρας την Πρωτομαγιά εγκαινιάζοντας το νέο προσωπικό του κόμμα. Το κείμενο, γραμμένο από ομάδα συνεργατών του, φέρει τη σφραγίδα του ιδρύματός του. Συνεπώς, πόσο πιο προσωποπαγές και αντίστοιχα βαθιά αντιδημοκρατικό μπορεί να είναι;
Πρόκειται για πεπαλαιωμένη έκθεση ιδεών, καλοφτιαγμένη για φοιτητές που για να πάνε μπροστά έμαθαν να λένε «τα σωστά» και με ωραία λογάκια, αν και όχι μετά το δεύτερο ή το πολύ το τρίτο έτος. Ως πλατφόρμα διεκδίκησης ψήφου όμως, δηλαδή ουσιαστικά ως βάση για να ζητηθεί εντολή διακυβέρνησης, είναι κάτι ανάμεσα σε τραγικό και τρομακτικό: τι από τα δύο, θα το δείξει το αποτέλεσμα, αν φυσικά υπάρξει τέτοιο.
Ολα αυτά για τρεις κάπως… σημαντικούς λόγους, ιδίως όταν κάποιος θέλει να τάξει ένα φωτεινό αύριο, πολλώ μάλλον όταν έχει πίσω του ένα τόσο μαύρο χθες, γεμάτο ψεύτικες υποσχέσεις, απανωτές διαψεύσεις, δραματικές επιπτώσεις αλλά και ακραίες προσβολές των δημοκρατικών διαδικασιών, όπως με το διαβόητο δημοψήφισμα, όταν κάλεσε ως πρωθυπουργός τους πολίτες να πουν το αντίθετο από εκείνο που τελικά ο ίδιος έπραξε, ενώ εκείνοι τον άκουσαν και του έδωσαν ισχυρή εντολή.
Αυτά δε, χωρίς καν να σημειωθεί ότι από φανατικός πολέμιος εκείνων που η δήθεν «σύγκρουση» μαζί τους τον έφερε στην εξουσία, κατέληξε να είναι ο μέγας θαυμαστής τους: ο Τσίπρας, που έγινε πρωθυπουργός με το «Μάνταμ Μέρκελ γκόου χομ» – και με τη βοήθεια της Ακροδεξιάς –, έφτασε στο τέλος να γίνει ο μεγαλύτερος υμνητής της! Και εκείνη να μιλά γι’ αυτόν και να… στάζει μέλι.
Αυτό το κείμενο, λοιπόν, με το οποίο ο Τσίπρας επανέρχεται και διεκδικεί εκ νέου ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας – μάλιστα σε πραγματικό… αγώνα δρόμου με την Καρυστιανού για την οποία δεν υπάρχουν καν λόγια από την ώρα που μετέτρεψε μία τέτοια τραγωδία σε αυτό που τώρα κάνει – ήδη δείχνει πολύ καθαρά ότι, όχι μόνον δεν έχει μετανιώσει για τίποτα, όχι μόνον δεν έχει αλλάξει στο ελάχιστο, αλλά αντιθέτως μέσα από άλλες πλέον μορφές κρίσης, προσδοκά την ευκαιρία για ακόμα χειρότερα: για ένα κόμμα στο οποίο θα είναι όχι αρχηγός, αλλά πραγματικός αυτοκράτορας. Πώς;
Πρώτον, αγνοεί παντελώς το παρελθόν του ανθρώπου που υπηρετεί: «Δεν είμαστε αλάθητοι, αλλά ταυτόχρονα είμαστε περήφανοι για το παρελθόν και για τους αγώνες μας. Κυρίως όμως μας ενδιαφέρει το παρόν και το μέλλον των συμπολιτών μας». Με αυτές τις λίγες ανώδυνες λέξεις μέσα σε ατέλειωτες άλλες που δεν λένε τίποτα, πιστεύει ότι ξεπλένει την τραγωδία που σήμανε για τη χώρα και για τη δημοκρατία η πορεία του στην εξουσία. Αν το καταφέρει, τι να πει κανείς; Οι δημοκρατίες δικαιούνται ακόμα και να αυτοκτονούν… Δεύτερον, αγνοεί εξίσου το παρόν. Αδιαφορεί πλήρως για καθετί που έχει να κάνει με πραγματικούς όρους, με δεδομένα, με μεγέθη, με ουσία· από την πρώτη μέχρι την τελευταία λέξη, το μανιφέστο του αφορά αποκλειστικά και μόνον το θυμικό. Δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον αληθινό κόσμο, που σε αυτό μοιάζει σαν να μην υπάρχει.
Τρίτον, ακριβώς για τους πιο πάνω λόγους αθροιστικά, κατ’ ουσίαν όχι απλώς αδιαφορεί παντελώς γι’ αυτό το μέλλον το οποίο ευαγγελίζεται ότι θα αλλάξει, αλλά το εργαλειοποιεί χωρίς αιδώ.
Επειδή όταν έχεις τέτοια ιστορία πίσω σου και όταν παρ’ όλα αυτά τολμάς να επιστρέψεις στον… τόπο του εγκλήματος και μάλιστα το κάνεις έτσι, λέγοντας δηλαδή ατέλειωτες κοινοτοπίες και αερολογίες, παντελώς κενές περιεχομένου, έχεις ήδη πει – προφανώς χωρίς να το συνειδητοποιείς – τη βαθιά αλήθεια πίσω από όλα αυτά: ότι όπως και τότε, έτσι και τώρα, το μόνο που σε απασχολεί είναι αποκλειστικά το δικό σου μέλλον. Κανενός άλλου.






