Εν αρχή ην το «χάος» της εκδίκησης. Μετά τον Διαφωτισμό, οι σύγχρονες κοινωνίες δυτικού τύπου αποδέχθηκαν την κατάργηση της «αυτοδικίας» του παθόντος ή της οικογένειάς του, με άγριες και εξοντωτικές «τιμωρίες» αίματος, για πράξεις εις βάρος τους, στα πλαίσια της φεουδαρχικής ιεραρχίας του Μεσαίωνα. Τα θεμέλια αυτής της εξέλιξης, πάντως, τέθηκαν και με τη διδασκαλία του πλατωνικού Πρωταγόρα, για τη λειτουργία της ποινής, τόσο για το παρελθόν (μομφή διά της ανταπόδοσης) όσο και για το μέλλον (πρόληψη).
Η λειτουργία της ουδέτερης και ψύχραιμης οργανωμένης Πολιτείας, στα πλαίσια της δημοκρατίας, να εκφράσει τη συλλογική συνείδηση, διά του συστήματος απειλής/επιμέτρησης/έκτισης των ποινών, διέρχεται μια κρίση αμφισβήτησης τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, ιδίως σε εποχές οικονομικής δυσπραγίας. Εσχάτως, στη χώρα μας παρατηρείται μια αναζωπύρωση «αυτοοργανωμένων» ομάδων, σε παραπάνω από μία πόλεις, επιβολής «ποινών» – βάναυσων ξυλοδαρμών, για λογαριασμό δήθεν της κοινωνίας.
Η δράση τους επιχειρείται να «δικαιολογηθεί», εκ μέρους τους αλλά και από τμήμα της κοινωνίας, ως «απάντηση» ή πρόληψη εναντίον υποτιθέμενων ή υπαρκτών, ύποπτων (νομικά) ή κατηγορουμένων για εγκλήματα κατά ανηλίκων ή κατά γυναικών. Χαρακτηριστικοί είναι οι ισχυρισμοί τους ότι «δεν εφαρμόζεται ο νόμος», «δεν υπάρχει δικαιοσύνη». Ισως δεν είναι τυχαία η επανεμφάνιση αυτών των «εντολοδόχων τιμωρών», την εποχή της πάνδημης απαίτησης για πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης των Τεμπών, των υποκλοπών κρατικών αξιωματούχων αλλά και των δικογραφιών σχετικά με τη διασπάθιση του δημόσιου – ευρωπαϊκού χρήματος, με αποκορύφωμα τον φάκελο «ΟΠΕΚΕΠΕ».
Αναγκαία κρίνεται αφενός η άμεση κινητοποίηση των μηχανισμών εντοπισμού και σύλληψης των «εκδικητών του Λαού», όπως συνέβη παλαιότερα με τους «θεματοφύλακες του νόμου», στην εποχή της πανδημίας, ώστε να μην αρχίσει να γενικεύεται και εμπεδώνεται στη συνείδηση των κοινωνών μια υποτιθέμενη αδυναμία της Πολιτείας να εφαρμόσει τους νόμους. Ως ένα προστάδιο απομυθοποίησης αυτών των ομάδων «τιμωρίας» θα μπορούσε να λειτουργήσει και ο αποκλεισμός τους από ραδιοτηλεοπτικά μέσα ή το Διαδίκτυο, με έρευνα πιθανών sites που τους «φιλοξενούν».
Αφετέρου, χρήσιμη θα ήταν η έναρξη μιας οργανωμένης συζήτησης στη Βουλή και στα θεσμικά «φόρα» της κοινωνίας των πολιτών, σχετικά με λήψη νομοθετικών πρωτοβουλιών ενίσχυσης των μηχανισμών πρόληψης της εγκληματικότητας, ιδίως εις βάρος ευάλωτων ατόμων. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν συζητούμε για επαύξηση των απειλούμενων ποινών για αντίστοιχες συμπεριφορές, διότι αυτό συνιστά απλώς έναν ανέξοδο – αναποτελεσματικό αλλά και ανεπίτρεπτο για τα ατομικά δικαιώματα, ποινικό λαϊκισμό. Επαρκές ποινικό οπλοστάσιο διαθέτει η ελληνική και ευρωπαϊκή έννομη τάξη, ικανό να αντιμετωπίσει τέτοια φαινόμενα.
Το ζητούμενο είναι μια ευρείας έκτασης συζήτηση για ενίσχυση του δικαιοδοτικού – διωκτικού μηχανισμού και δημόσιου ελέγχου – διαφάνειας των σχετικών αποφάσεων, ώστε να αποκατασταθεί, σταδιακά, η εμπιστοσύνη των πολιτών στο σύστημα δικαιοσύνης.
O Γιώργος Νούσκαλης είναι επίκουρος καθηγητής Νομικής ΑΠΘ, δικηγόρος






