Ξεχάστε αυτά που βλέπετε στις αγγελίες. Στην Ελλάδα τα σπίτια νοικιάζονται, κατά μέσο όρο, προς 250-300 ευρώ τον μήνα. Ναι, οι ιδιοκτήτες γράφουν στο ενοικιαστήριο κάτι παράλογα ποσά, ας πούμε 700 ή 800 ευρώ. Ομως όταν έρχεται η ώρα του συμβολαίου υποκύπτουν στο σκληρό παζάρι, μαλακώνουν την καρδιά και ρίχνουν το νοίκι ένα πεντακοσάρικο πιο κάτω.

Υποθέτω ότι κάτι τέτοιο θα πουν στην περίπτωση που απαιτηθούν εξηγήσεις για τη διαφορά ανάμεσα στο ενοίκιο που ζητείται στην αγγελία και το ποσό που αναγράφεται στο συμβόλαιο. Αλλωστε και ο άνθρωπος που νοικιάζει το σπίτι λιώνει τα νιάτα του στη βιοπάλη (κατά πώς τραγουδούσε ο Νταλάρας) και τη βγάζει με τέσσερα-πέντε κατοστάρικα τον μήνα. Είναι ελεύθερος επαγγελματίας.

Εντάξει, ως θέμα, αυτό που σας περιγράφω, είναι μπαγιάτικο. Το ξέρουν όλοι, ακόμα και όσοι δεν συμμετέχουν στην ιστορία του. Και έτσι η ζωή συνεχίζεται κανονικά. Τα καφέ είναι γεμάτα. Τα νησιά τον Αύγουστο ασφυκτιούν. Τα σαββατόβραδα η πόλη κινείται σαν να μην υπάρχει κανένα εισοδηματικό πρόβλημα. Αν κοιτάξεις μόνο τα επίσημα στοιχεία, η εικόνα δεν βγαίνει. Αν κοιτάξεις μόνο την καθημερινότητα, επίσης δεν βγαίνει. Η αλήθεια βρίσκεται κάπου ανάμεσα. Το ξέρουμε ότι στην Ελλάδα λειτουργούν δύο οικονομίες. Η μία είναι αυτή που δηλώνεται.

Η άλλη είναι αυτή που ζούμε. Η πρώτη καταγράφεται στους πίνακες της ΕΛΣΤΑΤ και της ΑΑΔΕ. Η δεύτερη φαίνεται στις ουρές των ταμείων, στις κρατήσεις των καλοκαιρινών διακοπών, στα σπίτια που αλλάζουν χέρια χωρίς πολλές ερωτήσεις. Οι δύο αυτές οικονομίες συνυπάρχουν. Και σχεδόν όλοι έχουμε μάθει να κινούμαστε ανάμεσά τους. Τώρα τοποθετήστε στην εικόνα και το ρουσφέτι.

Αυτή τη συναλλακτική σχέση ανάμεσα στον πολίτη και στον αιρετό άρχοντα. Τι είναι το ρουσφέτι; Είναι η προσφορά μίας παράκαμψης. Δεν θα σταθείς στην ουρά. Θα μπεις από την πίσω πόρτα. Είναι κλειστή; Θα περάσεις από το παράθυρο. Εν ανάγκη θα χωθείς από τον φωταγωγό. Δεν είσαι διεφθαρμένος, προς Θεού. Εχεις μάθει ότι δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

Και κάπως έτσι σε φαντάζομαι να στέκεσαι στο κέντρο της Πλατείας Συντάγματος. Ως μέσος Ελληνας. Που, για να επιβιώσει, δουλεύει με μαύρα, πληρώνει με μαύρα και συνάμα ονειρεύεται και απαιτεί μια κατάλευκη χώρα, απαλλαγμένη από κάθε κηλίδα. Και καθώς στέκεσαι στο Σύνταγμα, δεν βλέπεις εκείνον που σε παρατηρεί μέσα από τις φυλλωσιές του Εθνικού Κήπου.

Περιγράφεται όπως εσύ: μέσος Ελληνας. Μόνο που αυτός είναι μισθωτός. Δεν έχει τίποτα να κρύψει. Είναι το σφαχτό που κρέμεται στα τσιγκέλια της ΑΑΔΕ. Ναι, δίνει και αυτός μαύρα για τα ενοίκιό του. Και προσπαθεί, όπου μπορεί, να γλιτώσει τον ΦΠΑ γιατί αλλιώς δεν βγαίνει ο μήνας ακόμα και με τη δεύτερη δουλειά. Στο κινητό του δεν υπάρχει αποθηκευμένο το τηλέφωνο βουλευτή. Για την ακρίβεια δεν γνωρίζει ούτε έναν άνθρωπο που να έχει μία κάποια, έστω μακρινή, σχέση με υπουργό ή βουλευτή. Ετσι δεν έχουν τα πράγματα; Αυτό δεν βλέπετε και εσείς;

Δεν πρόκειται για μια ιστορία καλών και κακών. Δεν υπάρχουν αθώοι και ένοχοι. Το σύστημα αυτό δεν επιβλήθηκε από τα πάνω. Χτίστηκε σταδιακά, μέσα από μικρές διευκολύνσεις, σιωπηρές συμφωνίες και την πεποίθηση ότι «έτσι γίνονται τα πράγματα εδώ».

Υπάρχουν, λοιπόν, δύο εκδοχές του μέσου Ελληνα. Σαν ένα νόμισμα με δύο όψεις. Η μία εκδοχή κινείται ανάμεσα στο φως και στις σκιές. Βρίσκει πόρτες και παράθυρα. Ξέρει να κάνει τη δουλειά. Η άλλη είναι πλήρως εκτεθειμένη στο φως. Σαν να βαδίζει υπό καυτό ήλιο σε ένα άνυδρο τοπίο. Ακούει να συζητούν στη Βουλή για ρουσφέτια και ΟΠΕΚΕΠΕ και δεν μπορεί καν να κατανοήσει πώς γίνονται αυτές οι δουλειές.

Δεν έχει τον τρόπο ούτε τα μέσα. Ποτέ του δεν ζήτησε κάτι. Για αυτό και, μέσα του, ξέρει ότι δεν μπορεί να περιμένει τίποτα. Συχνά θυμώνει. Αρπάζει το τηλεκοντρόλ και αλλάζει το κανάλι με ένα θυμωμένο πάτημα στο κουμπί. Δεν αντέχει άλλο τις ειδήσεις. Ναι, είναι αξιοπρεπής. Μόνο που ο ίδιος το βράδυ, όταν ακουμπά το κεφάλι στο μαξιλάρι, αναρωτιέται μήπως είναι και μαλάκας.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000