Το κλίμα δεν ήταν ποτέ χειρότερο. Στην επταετία Μητσοτάκη, εννοείται, που συμπληρώνεται σε ένα δίμηνο – για να αρχίσει το εκλογικό χρονόμετρο να μετράει αντίστροφα. Το συμπέρασμα θα μπορούσε να καλύπτεται με εισαγωγικά, επειδή προέρχεται από μια σειρά κυβερνητικών βουλευτών που μόλις είχαν αφήσει πίσω την ψηφοφορία για την άρση ασυλίας 13 συναδέλφων τους. Προφανώς η στιγμή δεν ήταν ευχάριστη για κανέναν και η φόρτιση μεγάλη. Αλλά πίσω από τις γραμμές κρύβονται οι βαθύτερες ανησυχίες στη γαλάζια κοινοβουλευτική ομάδα που περίπου βλέπει να μην αφήνουν βαθύ αποτύπωμα κινήσεις που μερικά εξάμηνα νωρίτερα θα μπορούσαν όντως να οδηγήσουν σε μια αλλαγή κλίματος.
Οπως τα μεταπασχαλινά μέτρα κοινωνικής στήριξης που έφτασαν το μισό δισ. ευρώ, με υποσχέσεις ότι προσεχώς θα έρθουν κι άλλα. Αλλά και τις βόλτες του Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα, με εγκώμια για το ελληνικό στίγμα στην Ιστορία, στην Ευρώπη και στην ευρύτερη περιοχή. Αν αυτές οι κινήσεις αποδειχθούν άσφαιρα πυρά, οι ίδιοι βουλευτές αναγνωρίζουν ότι η κυβέρνηση δεν θα έχει ουσιαστικό περιθώριο ελιγμών. Τους προσεχείς μήνες θα διαχειρίζεται τη φθορά της.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, στο Μαξίμου και την κομματική έδρα της Πειραιώς επιδιώκουν ήδη το επικείμενο Συνέδριο της ΝΔ να αποκτήσει πανηγυρικό χαρακτήρα και να τονώσει το ηθικό. Αν κι εκεί καταγραφούν παρατράγουδα, η επόμενη ημέρα θα δείχνει ακόμη πιο δύσκολη, έστω κι αν η δημοσκοπική βουτιά δεν δικαιολογεί αυτή την ώρα κινήσεις πανικού.
Με τον ορίζοντα των μεγάλων πρωτοβουλιών να μετατίθεται στη ΔΕΘ, όλο και περισσότεροι πλέον περιμένουν να διαπιστώσουν εάν το φθινόπωρο θα φτάσει με την κυβέρνηση να διεκδικεί μια εκλογική επιβεβαίωση της μακράς πολιτικής κυριαρχίας της ή μια εκλογική επικράτηση. Για τη μετεκλογική φάση, είναι κατανοητό ότι το ένα από το άλλο αποτέλεσμα οδηγεί σε έναν διαφορετικό κόσμο.
Η προβληματική εικόνα που έχει διαμορφωθεί, ωστόσο, δημιουργεί ήδη παρενέργειες. Η ομαδική αντίσταση από την κοινοβουλευτική ομάδα στην πρόταση για το ασυμβίβαστο βουλευτή και υπουργού, αναδεικνύει ένα χαμηλό βαρομετρικό στον άξονα του Μαξίμου με τους κυβερνητικούς βουλευτές. Και ακόμη περισσότερο, αποτέλεσε την αφορμή για τροχιοδεικτικές βολές κατά του πρωθυπουργικού επιτελείου.
Αρκούσε μια ανάρτηση του Ακη Σκέρτσου κατά του πελατειακού κράτους για να ανοίξει ο χορός των αντιδράσεων, έστω κι αν ο υπουργός Επικρατείας επεδίωκε να στηρίξει την πρωθυπουργική παρέμβαση. Το δίλημμα περί μιας «κοινωνίας πολιτών ή κοινωνίας πελατών;» που επιχείρησε να βάλει στη δημόσια συζήτηση, θα μπορούσε να ανοίξει έναν πολιτικό διάλογο – αλλά σε άλλες εποχές και όχι την ώρα που η Βουλή δοκιμάζεται από διαδοχικές δικογραφίες και μαζικές άρσεις ασυλίας.
Δημόσια ή παρασκηνιακά, ο Σκέρτσος έγινε ο επόμενος στόχος, περισσότερο και από την περίοδο που την κοινοβουλευτική ομάδα τη βασάνιζε ο γάμος ομόφυλων ζευγαριών. Μπορεί βουλευτές όπως ο Γιάννης Οικονόμου ή ο Στέλιος Πέτσας να έδειξαν περισσότερο αγριεμένοι, αλλά τα «καρφιά» κατά του υπουργού Επικρατείας από τον Μάκη Βορίδη – «είναι σημαντικό το ποιος, πότε και με ποιους όρους μιλάει για τα ζητήματα αυτά. Αυτά είναι ζητήματα του κοινοβουλευτισμού» – προκάλεσαν μεγαλύτερη αίσθηση. Προφανώς λόγω ειδικότερου πολιτικού βάρους, αλλά κι επειδή οι δυο τους μέτρησαν δυόμισι χρόνια συνεργασίας στο Μαξίμου.
Ο Βορίδης έχει άποψη για τον ρόλο και την ευθύνη του βουλευτή που εύκολα θα στήριζαν τα υπόλοιπα μέλη της γαλάζιας ΚΟ. Διαμηνύει, άλλωστε, πως όταν εκπροσωπείς τοπικές κοινωνίες εκπροσωπείς πρώτα απ΄ όλα ανθρώπους που δεν έχουν βγάλει άκρη με τη δημόσια διοίκηση.
Η παρέμβαση του Παύλου Μαρινάκη που με τον τρόπο του κάλυψε και τον Σκέρτσο και τους εξεγειρόμενους, θα μπορούσε να καταγραφεί ως πυροσβεστική κίνηση. Είναι ζητούμενο, ωστόσο, εάν το Μαξίμου κλήθηκε να διαχειριστεί ακόμη έναν κύκλο μιας διαχρονικής αντιπαράθεσης των κοινοβουλευτικών στελεχών με τους εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς. Ουκ ολίγοι στη ΝΔ δεν αποκλείουν ο Σκέρτσος ως στόχος να ήταν μια βολική επιλογή – ένα αλεξικέραυνο για να μη φτάσουν οι κεραυνοί στον Μητσοτάκη.






