Πολύ κακό για το τίποτα λοιπόν. Ολη η φιλολογία των τελευταίων ημερών για ιερή οργή εναντίον της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, για μαζικό αντάρτικο στους κόλπους της κυβερνητικής πλειοψηφίας, για την εκδίκηση που ετοίμαζαν οι εγκαλούμενοι βουλευτές επειδή δεν τους κάλυψε ο Πρωθυπουργός, έλαβε τέλος όταν έγινε το αυτονόητο: όταν ψηφίστηκε δηλαδή σχεδόν ομοφώνως, και μάλιστα με πρόταση των ίδιων των εμπλεκομένων με άμεσο ή έμμεσο τρόπο στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, η άρση της ασυλίας τους. Οχι επειδή είναι ένοχοι. Ούτε καν για να αποδειχθεί η ενοχή τους. Αλλά επειδή μόνο με αυτόν τον τρόπο είναι δυνατή η διερεύνηση αυτής της εμπλοκής.

Το αυτονόητο το κατάλαβε ο Κώστας Τσιάρας, ο οποίος εξέφρασε την εμπιστοσύνη του προς τον θεσμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αλλά παραδόξως απέσχε από την ψηφοφορία για τον εαυτό του. Το κατάλαβε ο Γιάννης Κεφαλογιάννης, λέγοντας πως μόνο στη δικαιοσύνη αποτυπώνεται η αλήθεια. Δεν το κατάλαβε, αντιθέτως, ο Νότης Μηταράκης, που είπε το βαρύγδουπο «οι πολιτικοί έχουμε τεκμήριο ενοχής και όχι αθωότητας» και αποχώρησε πριν από την ψηφοφορία.

Δεν το κατάλαβε επίσης, ή έκανε πως δεν το κατάλαβε, ο Χαράλαμπος Αθανασίου, που υιοθέτησε την τακτική Αδωνη: κατηγόρησε τους «ανεπαρκείς» εντεταλμένους εισαγγελείς ότι στοχοποιούν αθώους και ότι εξέθεσαν τον ίδιο και τους συναδέλφους του σε δίωξη. Να εννοεί με αυτό ότι η άρση της ασυλίας οδηγεί αυτομάτως σε δίωξη; ‘Η μήπως ότι ένας βουλευτής, αντίθετα με τους κοινούς θνητούς, είναι εξ ορισμού αθώος και όποιος διαφωνεί με αυτό το αξίωμα είναι ανεπαρκής;

Η αντιπαράθεση που ξεσπάει όποτε ένας ευρωπαϊκός θεσμός ασκεί κριτική ή ελέγχει την ελληνική κυβέρνηση, είτε για τη διασπάθιση κοινοτικών πόρων είτε για τις υποκλοπές ή τα pushbacks, αποτελεί μια διαχρονική παθογένεια. Θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε σύνδρομο ανωτερότητας, που παραμένει ενεργό σαράντα χρόνια μετά τη θρυλική ατάκα του τότε υπουργού του ΠΑΣΟΚ Νίκου Αθανασόπουλου σε βέλγο αξιωματούχο πως «όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, εσείς τρώγατε βελανίδια». Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ελληνικό εξαιρετισμό ή απλώς επαρχιωτισμό. Στην πραγματικότητα, η ίδια η ύπαρξη αυτών των δύο στρατοπέδων είναι άτοπη, αφού είναι σαν η Ελλάδα να μην ανήκει στην Ευρώπη, αλλά να την ανταγωνίζεται.

Στα χρόνια του Σημίτη αυτή η αντιπαράθεση είχε σβήσει: τότε ήμασταν υπερήφανοι που ήμασταν Ευρωπαίοι. Η δυσπιστία επέστρεψε, με ευθύνη ασφαλώς και των Ευρωπαίων, στα χρόνια των μνημονίων. Και ενισχύεται πάντοτε όταν μια κυβέρνηση αντιμετωπίζει εσωτερικές δυσκολίες, όπως συμβαίνει σήμερα.

Κι όμως, τουλάχιστον στο ζήτημα για το οποίο διεξήχθη η χθεσινή ψηφοφορία, θα πρέπει να θυμόμαστε κάτι: πως αν δεν υπήρχε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, και η επιμονή της Λάουρα Κοβέσι και των συνεργατών της, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ πιθανότατα δεν θα είχε αποκαλυφθεί ποτέ. Αυτό θα θέλαμε;

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.