Ακούγονται πολλά στη δημόσια σφαίρα αναφορικά με παραβατικές συμπεριφορές ατόμων που καταλαμβάνουν θέσεις για τις οποίες δεν πληρούν τα τυπικά προσόντα και το κάνουν μόνο ελέω κομματικών γνωριμιών. Αυτό είναι καθαρά θεσμικό θέμα και πολύ λιγότερο ζήτημα πολιτικής ηθικής. Ενα σοβαρό κράτος, με τους απαραίτητους μηχανισμούς, αποτρέπει εκ προοιμίου τέτοιες παραβατικές συμπεριφορές.

Η χώρα, για να αναβαθμιστεί πολιτικά και οικονομικά, πρέπει πρώτα να γίνει θεσμικά σοβαρή. Η σπουδαιότητα των θεσμών δεν περιορίζεται μόνο στο πεδίο οριοθέτησης των κανόνων λειτουργίας της οικονομίας και της πολιτικής ζωής εν γένει, αλλά κυρίως στο ότι δημιουργεί στους πολίτες το αίσθημα της κοινωνικής εμπιστοσύνης (social trust) και, κατ’ επέκταση, της κοινωνικής ισότητας. Αυτό χτίζεται μόνο θεσμικά και είναι υποχρέωση της πολιτείας να θεσπίζει και να τηρεί τους κανόνες – όχι να τους παρακάμπτει.

Στο προκείμενο, καμία απολύτως πρόσληψη μετακλητών υπαλλήλων ή ειδικών συνεργατών που παρακάμπτουν το ΑΣΕΠ δεν θα έπρεπε να γίνεται αποδεκτή. Κομματικές προφάσεις του τύπου «θέλουμε τους δικούς μας ανθρώπους γιατί γνωρίζουν πώς να υλοποιήσουν το πρόγραμμά μας» δεν αντέχουν σε σοβαρό αντίλογο. Ακόμα και αν δεν απαιτούνταν πανεπιστημιακό πτυχίο, τι ακριβώς θα μπορούσε να συμβουλεύσει και να διαφωτίσει ο, ανεπαρκής κατά τα φαινόμενα, κύριος Λαζαρίδης την τότε υπουργό Παιδείας; Αυτό εμπίπτει σε έναν γενικότερο κανόνα: σε μια ευνομούμενη πολιτεία, το 70% της λειτουργίας του κράτους πρέπει να αποτελείται από σταθερές. Το κράτος πρέπει να είναι ήδη στελεχωμένο με επιστημονικό προσωπικό που είναι ικανό να υποστηρίξει το έργο της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας. Ο διορισμός μετακλητών υπαλλήλων αποτελεί, στην πράξη, μορφή ρουσφετιού.

Ενα κρίσιμο ζήτημα που πρέπει να τεθεί στη δημόσια συζήτηση για το Κράτος Δικαίου στη μεταμνημονιακή Ελλάδα είναι η θέσπιση ορίου στις βουλευτικές θητείες. Οι καθεστωτικές συμπεριφορές διαφόρων κομματαρχών, τόσο σήμερα όσο και παλαιότερα, που παρατυπούν κατάφωρα, πηγάζουν κυρίως από τη λογική ότι οι πολιτικές τους διασυνδέσεις είναι τόσο ισχυρές ώστε κανείς δεν μπορεί ούτε να τους αγγίξει ούτε, πολύ περισσότερο, να τους τιμωρήσει.

Χρειαζόμαστε συνταγματική μεταρρύθμιση που να καθιστά ρητά ότι η πολιτική δεν είναι διά βίου επάγγελμα, μέσω της θέσπισης πεπερασμένων θητειών. Πρέπει να παραμένει προσφορά για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα· διαφορετικά, εκφυλίζεται σε μέσο βιοπορισμού και υπονομεύει την ίδια την έννοια της πολιτικής.

Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφέρω δύο ακόμη σημεία. Πρώτον, διαπιστώνω ότι καμία σοβαρή συζήτηση δεν έχει ξεκινήσει για την ενίσχυση του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα. Αντ’ αυτού, γίνονται μόνο αποσπασματικές αναφορές, εν είδει αντίδρασης στην εκάστοτε πολιτική επικαιρότητα. Η συνταγματική αναθεώρηση, η οποία χρονικά είναι δυνατή, δεν μπορεί να είναι διαδικασία πρωθυπουργικής ευχέρειας· απαιτεί συμμετοχή όλων των πολιτικών δυνάμεων, καθώς και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις και συμφωνίες.

Δεύτερον, σε οικονομικό επίπεδο υπάρχει μια τεράστια πρόκληση για τη χώρα: η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης έως το τέλος του 2026. Αυτή είναι μια ημερομηνία-ορόσημο, διότι τότε θα φανεί πόσο παραγωγικά χρησιμοποιήθηκαν οι ευρωπαϊκοί πόροι τα προηγούμενα χρόνια, ώστε να δημιουργηθεί μια δυναμική ανάπτυξης για τη χώρα. Μένει να φανεί, αλλά οι προβλέψεις προς το παρόν δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές. Μια χώρα που δεν έχει λύσει σοβαρά ζητήματα θεσμικής επάρκειας και διαθέτει μια σχετικά αδύναμη οικονομία δεν θέλει πολύ για να βρεθεί εκ νέου στο μάτι του κυκλώνα.

Ο Γιάννης Θ. Μπουρνάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών στη Skema Business School στη Γαλλία

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.