Το ελληνικό κράτος βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των μεγάλων δυνάμεων πριν καν υπάρξει. Με κυρίαρχη δύναμη στη μεταναπολεόντεια Ευρώπη την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, η οποία έσερνε από τη μύτη την Αγία Πετρούπολη, με τη Βρετανική Αυτοκρατορία να παρακολουθεί κάπως από απόσταση και τη Γαλλία μετά την ήττα, η ακραία οπισθοδρομική πολιτική της Βιέννης επιθυμούσε να πνιγεί η Ελληνική Επανάσταση στο αίμα από την πρώτη ώρα που άκουσε γι’ αυτήν.
Και έκανε ό,τι μπορούσε γι’ αυτό, αλλά τελικά απέτυχε: από την ώρα που ο Τζορτζ Κάνινγκ έγινε πρωθυπουργός στο Λονδίνο, η ισορροπία στην Ευρώπη ανατράπηκε ολοκληρωτικά και αυτό συνέβαλε τα μέγιστα στην τελική επικράτηση της Επανάστασης και τη δημιουργία ενός νέου κράτους που έκτοτε βρέθηκε ακόμα πιο πολύ στο επίκεντρο της προσοχής των μεγάλων δυνάμεων, κάτι που ουδέποτε άλλαξε μέχρι σήμερα.
Θέλοντας και μη, στα διακόσια αυτά χρόνια, τόσο λόγω των συνθηκών της δημιουργίας της όσο, κυρίως, λόγω της πολλαπλής διαρκώς εξελισσόμενης σημασίας της, η Ελλάδα ανέπτυξε πολύπλοκες σχέσεις μαζί τους, γεμάτες αντιφάσεις και μεταλλάξεις στον χρόνο, από την απόλυτη συμπόρευση, έως τη σύγκρουση – η δεύτερη, ασφαλώς πάντοτε εις βάρος της. Αυτός υπήρξε και παραμένει ο κανόνας, ο οποίος τροφοδοτείται ασταμάτητα και από τον ρόλο που τους δίνει η πάγια τουρκική επιθετικότητα.
Υπάρχει όμως μία μοναδική, μεγάλη, καθοριστική εξαίρεση: η σχέση της Ελλάδας με τη Γαλλία: τη μοναδική μεγάλη δύναμη με την οποία οι δεσμοί παρέμειναν πάντοτε βαθείς, ισχυροί, καθαροί, αδιατάρακτοι, με καθοριστική παράμετρο το μοναδικό γεγονός ότι διαχρονικά το Παρίσι δεν είδε την Ελλάδα ως υποψήφιο προτεκτοράτο του, αλλά ως έναν γνήσιο ισότιμο φίλο και σύμμαχο σε μία έντιμη σχέση σεβασμού και ελευθερίας που απέδειξε τη φύση της πολλάκις, είναι πασίγνωστο το πώς, στην ταραγμένη ελληνική πολιτική ιστορία, αλλά που ουδέποτε τη διέψευσε.
Ακριβώς επειδή από τη φύση τους οι μεγάλες δυνάμεις εμπλέκονται με χώρες μικρότερης ισχύος ως επί το πλείστον έχοντας εντελώς διαφορετικές στοχεύσεις, αυτή η σχέση της Γαλλίας με την Ελλάδα δεν έχει ταίρι όχι μόνον στην ελληνική ιστορία, αλλά και σπανίζει ως είδος διεθνώς. Και αυτήν ακριβώς επιβεβαιώνει εκ νέου στην Αθήνα ο πρόεδρος της Γαλλίας Μακρόν σε μία τόσο κρίσιμη στιγμή: τη σταθερότερη και, παράλληλα, όχι με σκοπούς επιβολής, διμερή σχέση με μεγάλη δύναμη στην ελληνική ιστορία. Τόσο βαθιά και τόσο ουσιώδη, που ούτε καν αναρωτήθηκε ποτέ κανείς για το εάν θα αλλάξει με τις εναλλαγές των γαλλικών κυβερνήσεων: θεωρείται κοινώς αποδεκτό δεδομένο ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Ετσι, η σχέση αυτή των δύο κρατών είναι μοναδική και γι’ αυτό: επειδή είναι για όλους πάντοτε αυτονόητη.
Σήμερα, αυτή η σχέση, κάνει δύο ακόμα μεγάλα βήματα μπροστά, τα οποία αποτελούν φυσικά επακόλουθα της ίδιας της τής υπόστασης καθώς και των ριζικών ανακατατάξεων σε μία περιοχή ύψιστης σημασίας στην οποία η Ελλάδα κατέχει κρίσιμη θέση. Το ένα, είναι ότι λαμβάνει όλο και πιο βαθύ στρατηγικό – αμυντικό χαρακτήρα. Αυτό είναι καθοριστικής σημασίας, δεδομένου αφενός τού για ποια χώρα μιλάμε και, αφετέρου, για το πόσο αξιόπιστη έχει αποδειχθεί η ενότητα αυτή στον χρόνο. Το δεύτερο μεγάλο βήμα είναι ότι έχει ήδη πλέον περιλάβει και την Κύπρο. Κάτι που της προσδίδει ακόμα πιο ευρύ στρατηγικό βάθος και σημασία.
Η ανανέωση και διεύρυνση της αμυντικής συνεργασίας των δύο κρατών είναι γεγονός ύψιστης σημασίας για την Ελλάδα, όπως αντίστοιχα και για την Κύπρο, ενώ, παράλληλα, είναι επωφελής και για τη Γαλλία, καθώς συμβάλλει αποφασιστικά στο στρατηγικό της βάθος. Και συνιστά πολύ ισχυρή εγγύηση ενδυνάμωσης της ελληνικής αποτρεπτικής αποτελεσματικότητας.
Ομως, κάνει και κάτι ακόμα: δείχνει ότι αυτό που μετράει δεν είναι η Ευρώπη, η παντελώς απούσα. Είναι οι χώρες. Η Γαλλία είναι εδώ. Οχι η «Ευρώπη». Ομως, αυτό, είναι υπεραρκετό.






