Κάποτε οι άνθρωποι, όταν τους δινότανε ο δημόσιος λόγος, φρόντιζαν (λογικά) να  παρουσιάσουν μια καλή εικόνα του εαυτού τους – τώρα, πια, συμβαίνει το αντίστροφο: συνήθως όποιος βγαίνει στο γυαλί προβάλλει το χειρότερο κουσούρι του, τη μεγαλύτερή του αδυναμία, ελάττωμα και αρρώστια – αν, δε, έκανε φυλακή, το έχει μεγάλο καμάρι. Κι αν υπήρξε και σίριαλ κίλερ, ακόμα καλύτερα, διότι κάνει μεγαλύτερη εντύπωση στο κοινό που θέλει να βλέπει τα πιο διαταραγμένα και αιμοδιψή θηρία, για να παρηγορήσει την ανία του.

Αν και, υποτίθεται, οι ασθένειες και τα σακατλίκια και τα κουσούρια είναι απολύτως ιδιωτικές υποθέσεις για τον καθένα και δεν οφείλουν να νοιάζονται άγνωστοι γι’ αυτές – εξάλλου γιατί να έχει όρεξη ένας φυσιολογικός άνθρωπος, να ακούει για τον αλκοολισμό γνωστών ή αγνώστων, οι οποίοι μάλιστα δύσκολα κρύβουν πως αναδρομικά τον θεωρούν επαινετή μαγκιά, εμφανίζοντάς τον δήθεν, ως κάποτε πρόβλημα, ενώ κρυφοκαμαρώνουν γι’ αυτόν. Είναι υπερήφανοι που δεν υπήρξαν φλώροι, ότι κάποτε ξέφυγαν απ’ τα όρια και διέπραξαν κακά πράγματα, στα οποία αναφέρονται, ως παράσημα – άσχετα αν μιλούν γι’ αυτά με δήθεν απαξία.

Το να υπήρξες κακός είναι μεγάλος έπαινος – το ίδιο δεν συμβαίνει στις ταινίες, αλλά και στην πραγματικότητα; Ποιος και ποια γυναίκα αγαπάει το μικροαστικό καλό παιδί, τον μ@λ@κ@ (μεταξύ μας), τον καληνυχτάκια, τον γκομενοφύλακα, τον φλώρο; Μόνο το Κακό είναι σέξι, δεν υπάρχει αφήγηση χωρίς αυτό κι οι άγριοι και οι ατίθασοι ερεθίζουν τη λίμπιντο – αυτοί που μας βασάνισαν βαραίνουν πιο πολύ, έχει γράψει ο Χριστιανόπουλος. Πιθανώς έχει να κάνει με αρχετυπικά στοιχεία, διότι όποιος μπορεί να διαπράξει κακό είναι λογικά πιο ισχυρός, δυνατός και άκαρδος. Ενας επιβήτωρ. Αρα πιθανότερος, ως εραστής, από τον καλόβολο μικροαστό που τρώει μακαρόνια μπολονέζ στον καναπέ και φροντίζει την άρρωστη θεία του.

Γι’ αυτό όλοι θέλουνε να είναι κακοί – κατά βάθος είναι μια αμυντική στάση. Εξ ου και τα τατουάζ που κάποτε τα χτυπούσαν μόνο άντρες βαριάς μορφής και θανατοποινίτες και τώρα τα κάνει ο κάθε άγευστος, η κάθε λουλού, ο κάθε φιόγκος: γεμίζουνε γάμπες και χέρια με κακόγουστες παραστάσεις και κυκλοφορούν με ρούχα που να αφήνουν να φαίνονται τα τατουάζ, ως σιρίτια αυτο-επαίνου, ή λες και έχουνε τιμηθεί με τον σιδηρού σταυρό στο πεδίο της μάχης κι επιθετικά τον επιδεικνύουν. Ισα, ρε φρεσκόμαγκα, κατέβα απ’ τ’ άλογο.

Μισή μπάτσα άνθρωποι (λέγαμε κάποτε), μεγαλωμένοι με Γκέρμπερ και φυστικοβούτυρο, με γκουβερνάντες και βελούδινα παντελονάκια θέλουνε να εμφανίζονται, ως μαχαλόμαγκες. Κατανοητόν. Και άμα είναι και με κάποια έννοια δημόσια πρόσωπα, βγαίνουνε στο γυαλί και μιλούνε για τα κουσούρια τους με μεγάλη αυτο-ικανοποίηση, είναι περήφανοι που ξέφυγαν απ’ την επιτήρηση κι έπαιξαν με τους κακούς –πέρα από τον αλκοολισμό για τον οποίο πολλοί επαίρονται, άλλοι (και άλλες) βγαίνουνε και δηλώνουνε φόρα παρτίδα ότι έπιναν κοκαΐνη, ότι ήταν βυθισμένοι για χρόνια στα ναρκωτικά και στην αυτο-καταστροφή. Δεν λένε πού έβρισκαν λεφτά για όλα αυτά τα ακριβά γούστα, διότι χωρίς χρήμα το πολύ να ξεπέσεις σε καμιά βαλούτα χασίς απ’ τη Νεοχωρούδα. Δεν λένε ότι τα έκαναν όλα μάλλον εκ του ασφαλούς και τη μονέδα την έπεφτε ο μπαμπάς, για να μη χάσει τον άσωτο υιό που έμπλεξε και γλίτωσε από τύχη, ο φλώρος.

Αλλοι (και άλλες) βγαίνουνε στο γυαλί και διαλαλούν ότι πάσχουν από διπολισμό, τριπολισμό και κατάθλιψη – και τι μας νοιάζει εμάς κυρία μου από τι ταλαιπωρείται ο πάσα ένας; Ολοι έχουμε τα δικά μας βάσανα, άρα, γιατί να βγαίνει ο κάθε πικραμένος και να διατυμπανίζει τη διαταραχή του, λες και πρόκειται για εβδομαδιαία, θεραπευτική συνάντηση ανώνυμων αλκοολικών; (Με λένε Μήτσο και πάσχω από μικροβιοφοβία, ή από βατραχολαγνεία).

Κατά βάθος ζητούνε συγκατάνευση, έπαινο και την αγάπη των αγνώστων – εδώ οι κοντινοί και σε αγαπάνε με το ζόρι, αυτοί θέλουνε να τους ερωτευτούν και οι άγνωστοι, οι άσχετοι. Κι έπειτα; Επειτα γράφει ο δημοσιογράφος: «Συγκλόνισε ο τάδε με τη μικροβιοφοβία του». Ενώ βγαίνουνε άλλοι και δηλώνουν σαλταρισμένοι με διάφορες άλλες έννοιες, άλλοι ότι πάσχουν από αιματολογικά, άλλοι από παλιό εγκεφαλικό, άλλοι από αυτοάνοσο που τους βάρεσε στο αφτί, κι άλλοι από ένα σωρό άλλες ασθένειες που κοινοποιούνται σε έναν άγνωστο κόσμο, χωρίς λόγο, χωρίς αποτέλεσμα και χωρίς διάκριση.

Στο μεταξύ, οι περισσότεροι Ελληνες από κάτι πάσχουμε – αν πας σε ένα νοσοκομείο το διαπιστώνεις απ’ την πολυκοσμία. Ιατρολαγνεία. Κι αν έβγαινε ο καθείς στο γυαλί να πει τον πόνο του, λες κι είμαστε γέροι στην Αιδηψό που ανταλλάσσουν χάπια (δώσε μου ένα μπλε, πάρε ένα πράσινο), τότε τι θα γινότανε;

Πρόκειται για ναρκισσιστικό αυτο-οικτιρμό. Να σε προσέξουν, να σε λυπηθούν, να σε αγαπήσουν, να σε ψηφίσουν (κυρίως) για το πρόβλημά σου. Κι όλα αυτά με την επίφαση, ότι δήθεν μοιραζόμαστε το θέμα με άλλους – τους ρώτησες τους άλλους, ή έστω κάποιους απ’ αυτούς (δεν μας φτάνει ο πόλεμος) αν θέλουνε να ακούνε για τον γκαϊλέ του καθενός; Αν έχει αιμορροΐδες, τάκο στον εγκέφαλο, ή αν τον πονάει η αριστερή μασχάλη του;

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
«Ήρεμα ρωτάω: mom edition»