Ακου τώρα πράμα. Εγώ το αυτοκίνητο το έχω βγάλει απ’ τη ζωή μου. Εχω να οδηγήσω και είκοσι χρόνια. Το τιμόνι ούτε που να το βλέπω. Δεν το γουστάρω βρε αδερφέ. Πήγα να γράψω bro (σαν το θείο-εγώ θα κάτσω με τη νεολαία), αλλά δεν το καταδέχομαι.
Αν και πρέπει να ομολογήσω, και αμαρτία εξομολογουμένη, μισή συχωρεμένη, ότι το bro αν έπεται του «ρε» σχεδόν μ’ ενθουσιάζει, γιατί πέρα απ’ την παρήχηση του «Ρο» που όσο νάναι το Ρεbro, κάνει το άκουσμα πιο γάργαρο, ενώνει δυο πολιτισμούς τον της Αμερικής με της Ελλάδος.
Tέλος πάντων για το αυτοκίνητο έλεγα, μια BMW του ’94 που τόδωσα σε μια φίλη, την κυρία Ρούλα, η οποία μου είπε ευχαριστώντας με «αν δεν βρω τώρα με την BMW γκόμενο κύριε Σταμάτη μου δεν θα βρω ποτέ». Δεν ξέρω αν βρήκε γκόμενο αλλά εγώ την ξεφορτώθηκα κι ησύχασα.
Τώρα πώς μου ήρθε γυρνώντας σπίτι να δω το ίδιο μοντέλο παρκαρισμένο δίπλα στην πόρτα του κήπου και να μου ραγίσει η καρδιά, έλα και πες μου εσύ. Αφού ούτε ζωγραφιστό δεν ήθελα να το δω, τι μ’ έπιασε και μόνο που δεν βούρκωσα; Μ’ έπιασε το παράπονο. Γιατί να μην τό ‘χα τώρα χρονιάρες μέρες; Τι να τό ‘χα που θά ‘χε γίνει πια καρούτα-σακαράκα.
Τό ‘θελα. Να μπω μέσα να με πάει…
Πού να με πάει; Εκεί που λαχταράω, δεν πάνε αυτοκίνητα, τρένα, αεροπλάνα και βαπόρια. Εκεί που λαχταράω είναι ένα περιβόλι στρωμένο μαργαρίτες άγριες κατακίτρινες στη μέση μια παπαρούνα κόκκινη της φωτιάς και είμαι ούτε έξι χρονών και είναι Σαλαμίνα ολάνθιστη και τρέχουμε με τις ξαδέρφες μου τη Χρυσή τη Μαίρη και τη Δώρα και τον μικρό μου αδερφό τον Παντελή που τότε ακόμα δεν μπορούσε να πει ολόκληρο το όνομά του και έλεγε Λιλλλής, κι έχουμε μια τρελή, αναίτια, χαρά και γελάμε ποιος θα φτάσει πρώτος να κόψει την παπαρούνα, κι οι γονείς μου ακουμπισμένοι σ’ ένα πεύκο κι ο πατέρας έχει γείρει και ψιθυρίζει κάτι στο αφτί της μητέρας μου. Οχι. Με κανέναν τρόπο. Ο πατέρας μου δεν είναι εκεί. Θα τον βάλω να λείπει ταξίδι (να μάθει αυτός) κι η μαμά είναι μαζί με τη θεία μου τη Βασιλική, την Βήτα τη Βιλιώτη και την αδερφή της τη Λούλα τη Σοφρά (ή δεν τη λένε Λούλα; Πάντως Σοφρά τη λένε) και παίζουνε κουμ καν σ’ ένα τραπέζι στο «Εξοχικόν Κέντρον η Ωραία Κούλουρη». Κι εγώ ξαπλώνω ανάμεσα στις μαργαρίτες και βλέπω στον ουρανό κάτι μικρά ολόλευκα συννεφάκια παμπακωτά και φούσκωνε μέσα μου να με πνίξει αυτό που χρόνια μετά θα μάθαινα ότι το λένε ευτυχία.
Πήρα τηλέφωνο το Μάνο, είσαι να πάμε Σαλαμίνα; Με το που τόπα έτσι και το μετάνιωσα. Πού να τρέχω λέω. Και πες πήγα. Πες κι οι μαργαρίτες είναι πάλι ανθισμένες. Θα με γνωρίσουνε; Εδώ δεν με γνωρίζω εγώ. Πού είναι αυτό το παιδί που γελούσε κι έτρεχε ανάμεσα στο περιβόλι και στα σύννεφα;
Δεν πήγα Σαλαμίνα. Πήγα στο παράθυρο που βλέπει στην πίσω αυλή. Η Κουτσουπιά φορτωμένη τα λουλούδια της, όλη σ’ αυτό το χρώμα ανάμεσα βιολέτα και κυκλάμινο, και για να παρηγορηθώ κατέφυγα στον Ζαν Κοκτώ που λέει,
«Τα ωραιότερα ταξίδια τα έκανα απ’ το παράθυρό μου»
Καλή Ανάσταση της νιότης μας.






