Η εκλογολογία ξεκίνησε με τα πρώτα γκάλοπ που έδειξαν τα νούμερα του κυβερνώντος κόμματος να τσιμπάνε. Ξεκίνησε όταν η «Επική Οργή» του Τραμπ έφερε τη συσπείρωση γύρω από τη σημαία, δηλαδή. Τότε, άρχισαν να διατυπώνονται πιο επιτακτικά εισηγήσεις για πρόωρες κάλπες προς τον Πρωθυπουργό. Μέχρι τα μέσα της προηγούμενης εβδομάδας, όμως, ακούγονταν διαψεύσεις των σεναρίων από επίσημα χείλη. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έλεγε πως θα ήταν μια ανεύθυνη απόφαση εν μέσω πολέμου.
Ο αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης δήλωνε ότι – sic – έχουν αρκετά δύσκολα θέματα να ασχοληθούν, βάζοντας στην εξίσωση και τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης το καλοκαίρι. Κι ύστερα, ήρθε η Τετάρτη, 1η Απριλίου. Εκείνη την ημέρα, η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας – πως διαβιβάζει στην ελληνική Βουλή δικογραφίες – μετέτρεψε μια συζήτηση τακτικιστικών επιλογών στους κυβερνητικούς κόλπους σε μια κουβέντα την οποία αναγκάζονται να κάνουν στα ενδότερα του Μαξίμου υπό τον φόβο καταιγιστικών εξελίξεων σε δύο ανοιχτά και δύσκολα μέτωπα, τις υποκλοπές και τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η αλλαγή στο διακύβευμα έγινε εμφανής αμέσως. Πώς; Από την αντιπαράθεση του Κωστή Χατζηδάκη με τον Νίκο Ανδρουλάκη στην αίθουσα της Ολομέλειας, το επόμενο κιόλας πρωί. Πριν από μία εβδομάδα ακριβώς, ο δεύτερος ζήτησε εκλογές, διερωτώμενος αν η κυβέρνηση μπορεί να σταθεί πολιτικά όταν έχει «κυβερνητική πλειοψηφία υποδίκων», κι ο πρώτος τελείωσε την απάντησή του με την επισήμανση «καμιά φορά τα αιτήματα γίνονται δεκτά» – η οποία, ακόμη κι αν ειπώθηκε ως προειδοποίηση στον πρόεδρο του κόμματος που απέχει διψήφιο ποσοστό από τη ΝΔ στην πρόθεση ψήφου, ακούστηκε λίγο και σαν αμφιταλάντευση, σαν αβεβαιότητα για τη χιλιοδιακηρυγμένη θέση του στενού πρωθυπουργικού επιτελείου υπέρ των σταθερών εκλογικών κύκλων.
Παρότι το διάγγελμα Μητσοτάκη έκλεισε με τη φράση «τις εκλογές του 2027», παρότι η επίσημη κυβερνητική φωνή συνεχίζει να αρνείται πως υπάρχει περίπτωση να οδηγηθούν σύντομα οι πολίτες πίσω απ΄ τα παραβάν, αυτό που τρέμει περισσότερο από καθετί μια κυβέρνηση, τα γεγονότα, εντείνει τη διακίνηση φημών και σεναρίων. Ελάχιστα 24ωρα πριν, τα τελευταία τοποθετούσαν χρονικά τη λήψη των σχετικών αποφάσεων μέσα στο Πάσχα. Σήμερα, κυριαρχούν στα πηγαδάκια εκτιμήσεις που θέλουν τις εθνικές κάλπες να στήνονται το φθινόπωρο – όταν η σκανδαλολογία μάλλον δεν θα βρίσκεται στην αποκορύφωσή της και οι εντυπώσεις από τα μέτρα της ΔΕΘ θα είναι φρέσκες στο μυαλό των ψηφοφόρων.
Η αντιπολίτευση σύσσωμη ζητάει εκλογές
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, μείζονος κι ελάσσονος, αιτούνται ευθέως εκλογές πια (προσφέροντας στους κυβερνητικούς μια βολική για τους ίδιους ευκαιρία: να αποπειραθούν να μεταθέσουν την ευθύνη των συνεπειών της πρόωρης προκήρυξής τους στους πολιτικούς τους αντιπάλους).
Ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ επιμένει πως τόσο η νέα έρευνα για τον ΟΠΕΚΕΠΕ όσο και η τροπή που πήρε η υπόθεση των υποκλοπών, μετά την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δείχνουν ότι «η διαφθορά βρίσκεται στον πυρήνα της ΝΔ. Στην καρδιά του Μαξίμου». Μιλάει για εκβιαζόμενο Πρωθυπουργό και υπουργούς. Εξαπολύει κατηγορίες για «παρακρατικό μηχανισμό», ο οποίος, κατά τα λεγόμενά του, υπονόμευσε το κράτος δικαίου, παραβίασε τα ανθρώπινα δικαιώματα και διακινδύνευσε την εθνική ασφάλεια, επιτρέποντας την παρακολούθηση του μισού Υπουργικού Συμβουλίου και της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων.
Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και η κριτική των υπόλοιπων κομμάτων του προοδευτικού χώρου. Στην ανάλυσή τους, η κυβέρνηση είναι πολιτικά και ηθικά εκτεθειμένη, ενώ διακρίνουν ένα μοτίβο σκανδάλων διαφθοράς που συνδέονται με συστηματικές παραβιάσεις του Συντάγματος και αδιαφανή διαχείριση τόσο των ευρωπαϊκών κονδυλίων όσο και των εθνικών πόρων.
Υψηλοί τόνοι – στα όρια της τοξικότητας – και ρητορικές υπερβολές είναι ίδιον του εγχώριου πολιτικού συστήματος. Ωστόσο, οι μομφές που αρθρώνουν οι αντιπολιτευόμενοι αυτή την περίοδο πατάνε πάνω σε δικογραφίες και δικαστικές αποφάσεις. Εξού κι ο συνδυασμός των δύο μετώπων που επιχειρούν ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την κυβερνώσα παράταξη. Γιατί στο ένα αμφισβητείται ανοιχτά η θεσμικότητα της κυβέρνησης, ενώ στο άλλο, εξαιτίας των παλαιοκομματικών συμπεριφορών, των ρουσφετιών, τίθεται εν αμφιβόλω η προσήλωσή της στις μεταρρυθμιστικές υποσχέσεις που έδινε προεκλογικά.
Τα πλήγματα που ενδέχεται να δεχθεί η τελευταία είναι ισχυρά επειδή αγγίζουν τον πυρήνα των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει ενώπιον του εκλογικού σώματος τόσο το 2019 όσο και το 2023. Οπότε, ο πειρασμός να τα αποφύγει, κρινόμενη σε μια εθνική αναμέτρηση όπου θα χρειαστεί να συγκριθεί με μια αντιπολίτευση η οποία δεν καταγράφεται ως εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης στις δημοσκοπήσεις, είναι για μερικούς μεγάλος.
Ενα από τα βασικά διλήμματα εκείνου που έχει το προνόμιο να αποφασίσει την πρόωρη προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία παραμένει ίδιο, πάντως. Μακριά από μικρόφωνα και κάμερες, αναφερόταν ως αποτρεπτικός παράγοντας για την προκήρυξη πρόωρων εκλογών η ζημιά που θα έκανε μια τέτοια κίνηση στο αφήγημα της σταθερότητας. «Πώς ο Μητσοτάκης θα την εγγυηθεί πηγαίνοντας σε εκλογές και προκαλώντας την αστάθεια που αναπόφευκτα φέρνουν οι απανωτές κάλπες;», αναρωτιόντουσαν δικαιολογημένα κάποιοι.
Η απορία εξακολουθεί να είναι εύλογη. Εξάλλου, οι διαρκείς μεταπτώσεις της διάθεσης του πλανητάρχη, ο οποίος αναιρεί στο τέλος κάθε ημέρας όσα έχει πει για τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή στην αρχή της, δεν υποδηλώνουν ούτε μια εύκολη ούτε μια γρήγορη απεμπλοκή των ΗΠΑ, παρά την εκεχειρία που ανακοινώθηκε χθες. Η δε απειλή της ενεργειακής κρίσης έχει γίνει ήδη ζοφερή πραγματικότητα. Αν λοιπόν η ΝΔ χάσει μόνη της το πλεονέκτημα της υπεύθυνης πολιτικής δύναμης, με ποιο σύνθημα θα διεκδικήσει τρίτη τετραετία; Με αυτό που θα προέκυπτε από την αμηχανία που προξενεί σε ένα ορθολογικό αρνί το Πάσχα;






