Η διαβίβαση των δικογραφιών για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ στη Βουλή μεταβάλλει τα πολιτικά πράγματα. Ωστόσο, οι εξελίξεις όχι μόνο δεν δίδουν διέξοδο στο πολιτικό ζήτημα, αλλά ενδεχομένως το συσκοτίζουν.

Ας ξεκινήσουμε με ορισμένα προφανή, που αυτές τις ημέρες παρερμηνεύονται. Η ποινική ευθύνη είναι ατομική. Η ποινική δίκη είναι εξατομικευμένη και το βάρος απόδειξης της ενοχής φέρει η κατηγορούσα αρχή. Ετσι, το αίτημα άρσης της βουλευτικής ασυλίας δεν συνεπάγεται ούτε ότι θα ασκηθεί δίωξη σε καθέναν για τον οποίο η Βουλή θα παράσχει άδεια, ούτε ότι εκείνος θα καταδικαστεί. Η ποινική ευθύνη απαιτεί υπαιτιότητα. Η ηθική αυτουργία και η συνέργεια απαιτούν πρόθεση να αποφασίσει κάποιος άλλος άδικη πράξη ή να παρασχεθεί συνδρομή στην τέλεσή της. Και η απιστία, π.χ., προϋποθέτει γνώση ότι προκαλείται βέβαιη βλάβη.

Ετσι, δεν πρέπει να συγχέουμε την ποινική με την πολιτική αξιολόγηση μιας συμπεριφοράς. Σε επίπεδο πολιτικής αξιολόγησης, πρέπει επίσης να είμαστε προσεκτικοί. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι οι πολυποίκιλες παρεμβάσεις κοινοβουλευτικών στον ΟΠΕΚΕΠΕ, ακόμη και αν δεν είναι μεμονωμένες, αλλά οι ευθύνες της εκτελεστικής εξουσίας. Γιατί συντηρείτο ένα σύστημα εξουσίας το οποίο ήταν τόσο ευεπίφορο στις παρεμβάσεις; Και γιατί είναι τόσο δύσκολο να αλλάξει αυτό το κράτος σελίδα;

Αν ειδικώς στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ υπάρχει πλέον ένας μεγάλος μεγεθυντικός φακός, τι γίνεται με την υπόλοιπη διακυβέρνηση; Το βασικό ερώτημα που ανακύπτει είναι: υπάρχει πεδίο για μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες; Εστω, για στιβαρή διακυβέρνηση; Ή μήπως πλέον βαδίζουμε σε ναρκοπέδια; Με την κυβέρνηση να εξαντλεί το πολιτικό της κεφάλαιο στην επικοινωνιακή διαχείριση και των πιο περιθωριακών συνομιλιών και την κοινωνία να γίνεται αδιάκριτα δύσπιστη. Ετσι ώστε σε κάθε νέο πεδίο δημόσιας δράσης, να γιγαντώνει μεμιάς μία καθολική αντι-συσπείρωση.

Το ζήτημα είναι ακόμη πιο σύνθετο, διότι αυτό το περιβάλλον δημιουργεί γενικότερα διαλυτικές συνθήκες. Σε καθεστώς γενικευμένης δυσπιστίας, δεν ενισχύονται οι θεσμικά υπεύθυνες δυνάμεις, αλλά διαχέεται η οργή. Και η οργή είναι κακός σύμβουλος, τόσο για τον ψηφοφόρο, όσο και για την αντιπολίτευση που καλείται να τη διαχειριστεί. Κάθε συναινετική προδιάθεση των μετριοπαθών εμφανίζεται ως προδοσία και κάθε ακραία φωνή (δικαίως) απαξιώνεται. Στη χειρότερη εκδοχή, εκκολάπτονται αντι-συστημικά τέρατα.

Δίπλα σε αυτή την εξέλιξη, εκ νέου ανακύπτει το ζήτημα των υποκλοπών. Οταν είχε ξεσπάσει η υπόθεση, είχαμε σημειώσει από τούτες τις γραμμές ότι η απουσία διαλεύκανσης αποτελεί τροχοπέδη στην πολιτική ζωή. Οχι τόσο διότι θα επηρέαζε την εκλογική συμπεριφορά, όσο διότι θα υπονόμευε την απαιτούμενη συναίνεση και θα καλλιεργούσε τον κυνισμό. Το ζήτημα των υποκλοπών δεν επηρέασε μεν τα εκλογικά αποτελέσματα, το βαθύτερο όμως αποτύπωμά του δεν εξαλείφθηκε.

Πώς πορευόμαστε; Προς ώρας, το βάρος της ανασυγκρότησης πέφτει πρωτίστως στην κοινωνία. Να μπορέσει να διακρίνει το υπεύθυνο από το ανεύθυνο. Και στους ανιδιοτελείς δημόσιους λειτουργούς. Να διαφυλάττουν το κύρος των θεσμών και της δημοκρατίας. Αν τα αντανακλαστικά μας παραμείνουν ενεργά, ανεξάρτητα από την πολιτική οπτική από την οποία βλέπει κανείς τα πράγματα, θα υπάρχει ελπίδα.

Ο Νίκος Παπασπύρου είναι αναπληρωτής καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.