Στον σύγχρονο πόλεμο, οι εκρήξεις δεν ακούγονται πάντα. Δεν αφήνουν κρατήρες, ούτε εικόνες καταστροφής που κατακλύζουν τις οθόνες. Συχνά εκτυλίσσονται αθόρυβα, πίσω από οθόνες υπολογιστών, σε δίκτυα δεδομένων και αόρατες υποδομές.
Η σύγκρουση μεταξύ Ιράν, Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών αναδεικνύει με τον πιο καθαρό τρόπο αυτή τη νέα πραγματικότητα: έναν υβριδικό πόλεμο όπου τα πυραυλικά πλήγματα συνοδεύονται από ψηφιακές επιθέσεις, επιχειρήσεις επιρροής και μάχες για τον έλεγχο της πληροφορίας. Από παραβιάσεις καμερών ασφαλείας και μαζικές διαρροές προσωπικών δεδομένων μέχρι στοχευμένες επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές και εκστρατείες παραπληροφόρησης, το κυβερνομέτωπο λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος.
Δεν κρίνει μόνο του την έκβαση του πολέμου, αλλά διαμορφώνει το πεδίο στο οποίο αυτός διεξάγεται: το ηθικό των κοινωνιών, την αξιοπιστία των θεσμών και την ικανότητα των κρατών να αντιδρούν. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν αξιοποιεί ένα πολύπλοκο οικοσύστημα κυβερνοδράσης, επιχειρώντας να αντισταθμίσει την υλική υπεροχή των αντιπάλων του με ασύμμετρα μέσα.
Η κυβερνοδραστηριότητα του Ιράν στη διάρκεια της σύγκρουσης αποτυπώνει μια στρατηγική που συνδυάζει ευελιξία, χαμηλό κόστος και υψηλή συμβολική απόδοση. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, που διαθέτουν πιο προηγμένες και συχνά πιο «αθόρυβες» κυβερνοδυνατότητες, η Τεχεράνη βασίζεται σε ένα πολυεπίπεδο δίκτυο κρατικών υπηρεσιών, συνεργατών και «χακτιβιστών» (hacktivists), δημιουργώντας ένα μείγμα επιχειρήσεων που κυμαίνεται από απλές επιθέσεις έως πιο σύνθετες κατασκοπευτικές διεισδύσεις.
Ενα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, όπως επισημαίνει η «Wall Street Journal» είναι η παραβίαση δεκάδων καμερών ασφαλείας στο Ισραήλ και σε χώρες του Κόλπου. Οι επιθέσεις αυτές δεν είχαν απλώς κατασκοπευτικό χαρακτήρα, αλλά εντάσσονταν σε μια ευρύτερη στρατιωτική λογική: παρείχαν σε πραγματικό χρόνο εικόνα για τις ζημιές από πυραυλικά πλήγματα και τις κινήσεις στρατευμάτων. Η αξιοποίηση τέτοιων «φθηνών» και προσβάσιμων στόχων υπογραμμίζει τη σημασία της πληροφορίας ως επιχειρησιακού εργαλείου.
Παράλληλα, το Ιράν έχει εντείνει τις λεγόμενες επιθέσεις «wiper», δηλαδή καταστροφικές επιθέσεις που διαγράφουν δεδομένα. Η επίθεση στην αμερικανική εταιρεία ιατρικής τεχνολογίας Stryker, όπως αναφέρει δημοσίευμα των «Financial Times», αποτελεί το πιο ηχηρό παράδειγμα καθώς πρόκειται για επιχείρηση δισεκατομμυρίων δολαρίων, της οποίας πελάτης είναι και το ΕΣΥ της Βρετανίας. Χιλιάδες εργαζόμενοι στάλθηκαν στα σπίτια τους αφού αποκλείστηκαν από τους υπολογιστές τους νωρίτερα αυτόν τον μήνα, διαταράσσοντας την προμήθεια κρίσιμου εξοπλισμού και καθυστερώντας χειρουργικές επεμβάσεις.
Η Handala, μια ομάδα χάκερ-«βιτρίνα» που θεωρείται από ερευνητές κυβερνοασφάλειας και την αμερικανική κυβέρνηση ότι συνδέεται με τις ιρανικές υπηρεσίες πληροφοριών, φέρεται να κατέστρεψε δεδομένα από περίπου 200.000 συσκευές/συστήματα, στη σημαντικότερη, όπως χαρακτηρίστηκε, κυβερνοεπίθεση που έχει καταγραφεί σε καιρό πολέμου κατά των ΗΠΑ. Επίσης παραβίασε τον προσωπικό λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του διευθυντή του FBI Κας Πάτελ. Οι χάκερ πλήττουν βεβαίως και μικρότερους στόχους, συχνά εκμεταλλευόμενοι βασικές αδυναμίες, όπως μη ενημερωμένα συστήματα ασφαλείας.
Ωστόσο, εξίσου σημαντικό είναι το πεδίο των επιχειρήσεων επιρροής. Μαζικά μηνύματα σε πολίτες, ψευδείς εφαρμογές και διαρροές προσωπικών δεδομένων δεν στοχεύουν μόνο στη συλλογή πληροφοριών. Σκοπός τους είναι η πρόκληση φόβου, η υπονόμευση της εμπιστοσύνης και η ψυχολογική πίεση. Σε αυτό το επίπεδο, το Ιράν δείχνει ιδιαίτερη προσαρμοστικότητα, χρησιμοποιώντας τόσο οργανωμένες κρατικές δομές όσο και «βιτρίνες» χακτιβιστές για να διατηρεί την αμφισημία και την άρνηση ευθύνης.
Παρά τον όγκο αυτών των επιθέσεων, αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν στο Center for Strategic and International Studies (CSIS) ότι ο πραγματικός τους στρατηγικός αντίκτυπος παραμένει περιορισμένος. Αυτό δεν σημαίνει ότι η απειλή είναι αμελητέα. Αντιθέτως, το Ιράν φαίνεται να ακολουθεί μια στρατηγική «σταδιακής φθοράς», συνδυάζοντας κατασκοπεία, πρόκληση αναταραχής και προπαγάνδα. Οι πιο επικίνδυνες ομάδες του ενδέχεται να έχουν ήδη διεισδύσει σε ευαίσθητα δίκτυα, διατηρώντας πρόσβαση για μελλοντική χρήση. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η πραγματική ισχύς δεν βρίσκεται στις επιθέσεις που βλέπουμε, αλλά σε εκείνες που δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί…






