Η απλή δημοσιογραφική καταγραφή θέλει τη δίκη των Τεμπών ή και «μητέρα των δικών» να συνεχίζεται την 1η Απριλίου. Εξάλλου η πρώτη μέρα της διαδικασίας την περασμένη Δευτέρα σε μια κατάμεστη αίθουσα του Πανεπιστημίου της Θεσσαλίας στη Λάρισα και μέσα σε πολλά φλας και κάμερες διεκόπη. Και η έδρα κατάφερε να φτάσει στην ανάγνωση μόλις πέντε ονομάτων από τον κατάλογο των κατηγορουμένων.
Η παύση, η αλήθεια είναι, έγινε κάπως άδοξα και κάπως πικρά. Κυρίως για τους συγγενείς των θυμάτων οι οποίοι διαπίστωσαν πολύ γρήγορα ότι και ο χώρος δεν πληροί τα κριτήρια μιας τέτοιας μεγάλης και σοβαρής δίκης αλλά και ότι μπροστά τους έχουν έναν δεύτερο Γολγοθά μετά τον τραγικό θάνατο των ανθρώπων τους στο σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών. Το μαρτύριο της σταγόνας.
Η φαντασιακή εκδοχή των πραγμάτων τώρα προσπαθεί να σκεφτεί το ενδεχόμενο στην έδρα να καθόταν ένας δικαστής σαν τον Γιάννη Ντεγιάννη (1914 – 27 Μαΐου 2006). Τον θρυλικό εφέτη που δίκασε τους πρωταίτιους της χούντας. Οχι, το παραπάνω «what if» δεν έχει να κάνει με κάποιο είδος σύγκρισης με τη σημερινή πρόεδρο της έδρας του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας Γεωργία Στεφανίδου. Θα ήταν εξάλλου άδικο αφού και η διαδικασία δεν έχει ουσιαστικά ξεκινήσει και δεν χωρούν ακόμα αξιολογικά κριτήρια. Προς Θεού.
Παρ’ όλα αυτά, σε μία μετέωρη στιγμή για τη χώρα στα ζητήματα δικαιοσύνης, ο νους πάει σε εμβληματικούς δικαστές σαν εκείνον που δίκασε με απόλυτη ψυχραιμία και σοβαρότητα τους συνταγματάρχες της 21ης Απριλίου και έμεινε θρύλος με το όνομα και με τον τίτλο: «Ο εθνικός μας δικαστής». Πώς θα ήταν λοιπόν τα πράγματα αν κατά την πρώτη μέρα της πολύκροτης διαδικασίας ο Γιάννης Ντεγιάννης, ο εφέτης, ο ορειβάτης, ο ποιητής, έβλεπε την αίθουσα, τη στενότητα και όλες τις δυσκολίες της διαδικασίας;
Ο ίδιος σε διάφορες συνεντεύξεις που έδωσε μετά τη δίκη της χούντας αντιμετώπιζε τη δουλειά του ως ένα λειτούργημα αναγκαίο θεσμικά γι’ αυτό που λέγεται δημοκρατία αλλά και ως ένα απόλυτα ανθρώπινο λειτούργημα που χωράει και το λάθος, την επιείκεια, τη δεύτερη ματιά στα πράγματα.
Ελεγε με γλαφυρότητα, για παράδειγμα, πως μόνο ποινές με αναστολή έριχνε σε μοιχούς (ήταν αδίκημα μέχρι και το 1982!). Και όχι καμπάνες. Παρεμπιπτόντως η 21η Απριλίου τον βρήκε πρόεδρο Πρωτοδικών κάπου στα Καλάβρυτα και το τέλος της να επιλέγεται από τον πρόεδρο του ΑΠ για να δικάσει τους χουνταίους. Το πέτυχε ψύχραιμα και αριστοτεχνικά. Αυτό είναι που τον έκανε ανθρώπινο ακόμα και στις αντεγκλήσεις του με τους πρωταίτιους, όπως ο Στυλιανός Παττακός ή ο Γεώργιος Παπαδόπουλος. Δεν ήταν εύκολο.
Ηταν θρασείς οι κατηγορούμενοι. Ή απλώς άφωνοι. Αλλά αυτό είναι ταυτόχρονα που τον έκανε τότε αμείλικτο και άφοβο σε μια συνθήκη απόλυτα εύθραυστη, όπου είχαμε τη μετάβαση από τη δικτατορία στην Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία, κι ενώ είχε μεσολαβήσει το δράμα της Κύπρου. Με τα σταγονίδια της χούντας δε ακόμη ενεργά γύρω του, αφού η δίκη ξεκίνησε το τρομερό καλοκαίρι του 1975 στις δικαστικές φυλακές του Κορυδαλλού.
Σήμερα βέβαια ζούμε σε εντελώς άλλη συνθήκη. Η δημοκρατία είναι κατακτημένη. Συγκρίσεις δεν χωρούν. Παρ’ όλα αυτά, η διακοπή της πρώτης μέρας της δίκης των Τεμπών σίγουρα θα ευαισθητοποιούσε τον «εθνικό δικαστή».
Βλέποντας δε ο Ντεγιάννης την αγωνία των συγγενών των θυμάτων, πιθανώς θα διέκοπτε από μόνος του την πρώτη μέρα της. Θα κατέβαινε δε από την έδρα και με το σύνολο των υπόλοιπων δικαστών θα έδινε μια έκτακτη συνέντευξη Τύπου εκεί έξω από την αίθουσα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και σε όλα τα ΜΜΕ, ζητώντας την παρέμβαση του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη και τη διαμόρφωση αξιοπρεπών όρων για τη διεξαγωγή της διαδικασίας. Ας το κάνουμε εικόνα πιο κινηματογραφικά: η συνέντευξη Τύπου θα ήταν ολιγόλεπτη και πυκνή.
Από τη μεριά του ο Ντεγιάννης δεν θα είχε κανένα ίχνος συναισθηματισμού ή λυρισμού. Γεωμετρία. Απλώς σε άψογα ελληνικά χωρίς σαρδάμ – ο Ντεγιάννης δεν έκανε ποτέ σαρδάμ εξάλλου – θα ζητούσε ο χώρος της δίκης να είναι κανονικός και να μη δίνει το δικαίωμα σε κανέναν να σχετικοποιεί ή να αμφισβητεί τους όρους της Δικαιοσύνης. Αυστηρός.
Με μαύρο κοστούμι, σκυφτός, σχεδόν κουρασμένος, αλλά ταυτόχρονα με μια φλόγα στα μάτια, θα τερμάτιζε τη διαδικασία πριν εκείνη ξεκινήσει και θα κατευθυνόταν προς την έξοδο της αίθουσας. Συγγενείς των θυμάτων θα προσπαθούσαν να καταλάβουν τι ακριβώς πάει να κάνει. Οι Πλακιάδες θα τον ρωτούσαν απορημένοι.
Ο Ντεγιάννης, έχοντας την πείρα πολλών δεκαετιών από εκδικάσεις υποθέσεων, απλώς θα έκανε αυτό που θα είχε στο μυαλό του. Και που θα θεωρούσε ότι θα προασπίσει όχι απλώς τη δική του ακεραιότητα, αλλά πάνω από όλα τη λειτουργία της Δικαιοσύνης. «Καλώ τον κύριο υπουργό, την κυβέρνηση, την ηγεσία του Αρείου Πάγου και όλους τους υπευθύνους να ξαναδούν τη διάταξη του χώρου. Να πάρουμε όλοι μια μικρή αναβολή, να επιστρέψουμε εδώ και γρήγορα να αρχίσουμε να δικάζουμε την υπόθεσή μας. Ευχαριστώ όλους για την υπομονή. Κυρίως τους συγγενείς». Ο δικαστής Ντεγιάννης θα αποχωρούσε χωρίς λοιπές δηλώσεις.






