Τα τριάντα χρόνια που συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο του Οδυσσέα Ελύτη είναι μόνο η αφορμή για να σκεφτούμε τη σχέση αυτής της χώρας με την ποίηση. Αμφίσημη και μοιραία. Μια σταλιά τόπος με δύο Νομπέλ Ποίησης. Λένε ότι στις χώρες του Νότου ανθεί η ποίηση διότι οι περισσότερες νύχτες του χρόνου είναι μικρές· δεν προσφέρονται για τις μακροσκελείς ιστορίες του Βορρά, εκεί όπου οι νύχτες «κλέβουν» τις ημέρες. Αλλά και πάλι, αυτά τα δύο Νομπέλ, σε σχέση με τον πληθυσμό μας, κάτι σημαίνουν. Πολύ περισσότερο όταν και οι δύο νομπελίστες ποιητές μας τραγουδήθηκαν. Σε ταβέρνες, σε εκδρομές, σε γιαπιά και σε εργοστάσια. Μια ευτυχής συγκυρία που δεν ξέρω αν έχει συμβεί σε άλλη χώρα. Θυμάμαι, για παράδειγμα, τις συντροφιές των γονιών μου, ύστερα από τραπέζι και πάνω από άδεια πιάτα, να τραγουδάνε με μισόκλειστα μάτια πως «πήρανε τη ζωή τους λάθος κι αλλάξανε ζωή». Κι ας μην ήξεραν πού ακριβώς μπαίνουν οι άνω τελείες και τα κόμματα. Δεν έχει σημασία.

Το μεγαλειώδες της ποίησης είναι ότι στις λέξεις του ποιητή ο καθένας προσαρμόζει τους αναταραγμούς της δικής του ψυχής. Το «τι θέλει να πει ο ποιητής» είναι το σημαίνον. Το σημαινόμενο είναι το τι θέλει να καταλάβει ο αποδέκτης της ποίησης. Θυμάμαι, για παράδειγμα, δυο τρεις μέρες μετά το δημοψήφισμα του 2015, παρακολουθούσα συναυλία με το «Αξιον Εστί» στο κατάμεστο Ηρώδειο. Στο «Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ» τραγουδούσαμε όλοι όρθιοι. Και είμαι σίγουρη ότι ο καθένας από εμάς κάτι άλλο εννοούσε με εκείνο το «…Μη παρακαλώ σας μη λησμονάτε τη χώρα μου». Ενας λαός, λοιπόν, που καλαμπουρίζει με το «Ποιητής εκ του προχείρου, έχων τη μορφή του χοίρου» και με τη γραφικότητα του «ποιητή Φανφάρα» και αγκομαχά τραγουδώντας «Ενα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή». Και δεν θα ξεχάσω τη συγκίνηση του ταξιτζή (ενός ανθρώπου ο οποίος οριακά διάβαζε αθλητική εφημερίδα) που ρώτησε τον Γιάννη Κοντό τι δουλειά κάνει· κι όταν εκείνος του απάντησε «ποιητής», είπε, σαν να επρόκειτο για προσωπικό του κατόρθωμα: «Αύριο θα πω στην κυρά ότι γνώρισα έναν ποιητή».

Τριάντα χρόνια φυσικής απουσίας του Οδυσσέα Ελύτη, λοιπόν, αλλά οι λέξεις του είναι πάντα εδώ, ακόμη κι αν δεν συνειδητοποιούμε ότι είναι δικές του. Στη σχολική χορωδία τραγουδούσαμε το «Θαλασσινό τριφύλλι» και στους πρώτους έρωτες γράφαμε στα μυστικά μας τετράδια «…Ω σώμα του καλοκαιριού, γυμνό, καμένο / Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι». Αλλα χρόνια, θα πει κάποιος. Γιατί, τώρα; Ηδη από τις πρώτες ημέρες του Μαρτίου το «Την άνοιξη αν δεν τη βρεις, τη φτιάχνεις» κατακλύζει τα σόσιαλ μίντια. Το «Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις» έχει περάσει στη συλλογική μας συνείδηση και παραφράζεται με κάθε ευκαιρία. Οπως και το «Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!». Αλλά και το «Την αλήθεια την “φτιάχνει” κανείς ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα». Και «…ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας» από το «Αξιον Εστί».

«Μα», θα πει κάποιος, «τι καταλαβαίνουν σήμερα οι νέοι από αυτά;». Ομως, την ποίηση δεν χρειάζεται να την καταλάβεις. Αρκεί να τη νιώσεις. Και οι νέοι – οι σημερινοί, οι χθεσινοί και οι μελλούμενοι – νιώθουν.

Εκατό

Σήμερα συμπληρώνεται και ένας αιώνας από την ίδρυση της Ακαδημίας Αθηνών με πρωτοβουλία του Δημήτριου Αιγινήτη. Με την οποία όλα καλά, εκτός από την περίοδο της χούντας που, για να λέμε αλήθειες, δεν έδωσε κάποιο αντιδικτατορικό στίγμα. Λέγεται, μάλιστα, ότι κάποια στιγμή έπεσε στο τραπέζι η ιδέα μιας πορείας όπου οι ακαδημαϊκοί θα κρατούσαν από ένα χαρτί που θα έγραφε «Ελευθερία», αλλά δεν ευοδώθηκε. Στη δε Μεταπολίτευση, όταν κάποιος ακαδημαϊκός κοκορευόταν ότι είχε πιάσει τον Παττακό από το πέτο, ο Ανδρέας Καραντώνης τού είπε: «Ναι, για να το ξεσκονίσεις».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.