Εγραφα χθες για τη μεταρρύθμιση χωρίς μεταρρυθμίσεις του σχολείου, και γενικότερα της μέσης εκπαίδευσης, που, αν μπορούσε να την κάνει κάποιος, αυτός θα ήταν μια συντηρητική κυβέρνηση – αλλά η σημερινή συντηρητική κυβέρνηση, και ιδίως η υπουργός Παιδείας δεν θα κάνει καμία μεταρρύθμιση επειδή πού να μπλέκεις…
Από μια άποψη δεν την αδικώ. Πού να μπλέκεις, πράγματι. Κυρίως, πού να μπλέκεις με τους συναδέλφους σου εκπαιδευτικούς (η Σοφία Ζαχαράκη έχει εργαστεί ως καθηγήτρια αγγλικών). Παρότι αυτοί συχνά πέφτουν θύματα του χουλιγκανισμού που έχει υποκαταστήσει κάθε έννοια τάξης στα σχολεία, πολλοί εξ αυτών εργάζονται με πάθος, να μην αλλάξει τίποτα στην εκπαίδευση. Να μην επιμορφώνονται σε βάθος, να μην αξιολογούνται και, ασφαλώς, να μην αλλάξει τίποτα στο περιεχόμενο της γνώσης ούτε στην πειθαρχία. Θες από επαγγελματική ανασφάλεια, θες από συνδικαλιστική οκνηρία, αυτό είναι το κυρίαρχο μοντέλο εκπαιδευτικών που συνδικαλίζονται. Γι’ αυτό, άλλωστε, ο εκπαιδευτικός συνδικαλισμός ομοθύμως λέει όχι σε όλα. Αυτή τη στάση την καταλάβαμε καλύτερα στην πανδημία του COVID, όταν οι εκπαιδευτικοί ξεσηκώθηκαν με φαιδρά επιχειρήματα για να μην κάνουν μάθημα από απόσταση. Γενικώς, άλλωστε, ο εκπαιδευτικός συνδικαλισμός μισεί κάθε είδους καινοτομία, γι’ αυτό οι διεκδικήσεις του είναι σιγουράκια, με πρώτο τις αυξήσεις και δεύτερο την υλικοτεχνική υποδομή. Κάτι ξέρουν οι συνδικαλιστές του ΚΚΕ που μια ζωή επαναλαμβάνουν τα ίδια συνθήματα, λες και βρισκόμαστε στον περασμένο αιώνα.
Το πλαίσιο που θέτει ο εκπαιδευτικός συνδικαλισμός δεν το θίγουν ούτε τώρα οι υποτιθέμενες μεταρρυθμιστικές προτάσεις του υπουργείου Παιδείας. Γιατί, για να το θίξουν, απαιτούνται συγκρούσεις. Συγκρούσεις, πρωτίστως, με τον εκπαιδευτικό συνδικαλισμό – και δεν πρόκειται κανείς να συγκρουστεί, μάλιστα προεκλογικά, ουσιαστικά με όλη την αντιπολίτευση (και με μια σοβαρή εσωκομματική αντιπολίτευση), δίνοντάς της ένα ακόμα κίνητρο καταστροφολογίας.
Αυτό είναι και το πρόβλημα. Ουδείς συγκρούστηκε στη μακρά περίοδο της μεταπολίτευσης με τις συντεχνιακές νοοτροπίες στην εκπαίδευση, με τον δήθεν προοδευτισμό που επέβαλλε την ήσσονα προσπάθεια και την απείθεια σε όλους τους κανόνες στο όνομα της αντιαυταρχικής παιδείας. Κάθε αντιαυταρχικό μέτρο έφερνε λίγη αγραμματοσύνη ακόμα – ουσιαστικά, δηλαδή, έκανε ακόμα πιο ταξική την παιδεία, αφού πλέον μορφώνονται κυρίως όσοι μπορούν να παρακάμπτουν το σχολείο, δηλαδή οι πλούσιοι.
Κάπως έτσι φτάσαμε σε ένα σχολείο της αγραμματοσύνης. Το άκρον άωτον της οποίας δεν είναι μόνο να βγαίνουν μαθητές όλο και πιο αστοιχείωτοι. Σιγά σιγά, η άγνοια εκδηλώνεται και σε πολλούς εκπαιδευτικούς. Ακόμα και σε στελέχη της εκπαίδευσης.
Ενα από τα στελέχη αυτά, παραδείγματος χάριν, ένας περιφερειακός διευθυντής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (έχω το έγγραφό του στα χέρια μου – υπηρετεί σήμερα σε μια διεύθυνση και δεν έχει σημασία πού, θα μπορούσε να είναι παντού), στέλνει μια εντολή λήξης απόσπασης εκπαιδευτικών, τους οποίους ανακαλεί στο διδακτικό έργο. Το κείμενο της εντολής, που κοινοποιείται και στην υπουργό Παιδείας, αρχίζει έτσι:
«Εχοντας υπόψη τις δηλωθέντες εκπαιδευτικές ανάγκες της ΔΠΕ…» κ.λπ.
Τις δηλωθέντες ανάγκες!
Και το γράφει εκπαιδευτικό στέλεχος. Κι αυτός δεν έχει σταλεί από το υπουργείο να ξανακάνει τη γραμματική της Α’ Γυμνασίου.
Κι ούτε ντρέπεται που κάποιοι συνάδελφοί του, υφιστάμενοί του, ξέρουν ότι οι ανάγκες είναι δηλωθείσες – και τον κοροϊδεύουν.
Δυστυχώς, η εκπαίδευση έχει περισσότερα μεγάλα λόγια και λιγότερη ουσία. Κι είναι στα χέρια αδιάφορων γραφειοκρατών – και επιπλέον όμηρος άσχετων ιδεοληπτικών συνδικαλιστών. Γι’ αυτό κατρακυλά πιο χαμηλά.
Το Ισραήλ και ξέρει και μπορεί
Αν καταλαβαίνω καλά, ο Τραμπ έχει πελαγώσει. Ο πόλεμος που ξεκίνησε στο Ιράν τού κοστίζει πολύ, κι ακόμα περισσότερο ίσως κοστίσει μια πετρελαϊκή κρίση. Επείγεται να τον τελειώσει, αλλά δεν ξέρει πώς – γι’ αυτό και απειλεί τους Ευρωπαίους που δεν συμμερίζονται τις ονειρώξεις του και ειρωνεύεται τους συνεργάτες του που, λόγω ή έργω, τού κάνουν κριτική. Αντί πάντως να βρίζει, καλύτερα να έστελνε λουλούδια στην κυβέρνηση του Ισραήλ που ξέρει καλά τι θέλει και τι μπορεί – και κάνει με τον καλύτερο τρόπο τη δύσκολη δουλειά. Στις 28 Φεβρουαρίου έστειλε στον παράδεισο σχεδόν όλη την ηγεσία των σκληροπυρηνικών μουλάδων, του Χαμενεΐ συμπεριλαμβανομένου. Χθες, έστειλε κοντά τους τον επικεφαλής του Ανώτατου Συμβουλίου Ασφαλείας, Αλί Λαριτζανί, ο οποίος λέγεται ότι είχε ηγετικές ικανότητες αλλά, εκτός των άλλων, του χρεώνουν το όργιο καταστολής των ταραχών του προηγούμενου Ιανουαρίου, που είχε χιλιάδες νεκρούς.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Οτι το Ισραήλ εργάζεται σε αυτό τον πόλεμο, με στόχο να πληγεί όσο το δυνατόν περισσότερο η εξουσιαστική μηχανή της ιρανικής σιιτικής θεοκρατίας και, μαζί, οι εντολοδόχοι του (Χεζμπολάχ, Χούθι κ.λπ.) που εργάζονται για την εξάλειψή του. Κι επειδή ξέρει καλά τι κάνει, έχει επιφέρει τα στρατηγικά πλήγματα. Από την πλευρά του, ο Τραμπ, ας μην ήταν φαφλατάς…






