Σε ένα παγκόσμιο σκηνικό δραματικών γεωπολιτικών, το τοπικό πολιτικό γεγονός ήταν η ψηφοφορία για την εκλογή συνέδρων στο ΠΑΣΟΚ. Και, απ’ όσο θυμάμαι, τα τελευταία χρόνια, κάθε ψηφοφορία από τη βάση του κόμματος είναι κάπως σαν γιορτή. Πολιτική ή οικογενειακή; Για να είμαι ειλικρινής, τείνω προς το δεύτερο. Δηλαδή, πώς να το πω; Φαντάζομαι ότι, μετά την ψηφοφορία, όλη η οικογένεια από τον παππού στον εγγονό (που όλο και κάποιος υποψήφιος σύνεδρος θα υπήρχε στις τάξεις της) θα μαζεύτηκε στο πατρικό σπίτι, θα έφαγαν το παραδοσιακό γιουβέτσι και για επιδόρπιο πάστες αμυγδάλου, θα ήπιαν τα τσίπουρά τους, θα μεράκλωσαν. Θα άρχισαν να μιλάνε για τα χρόνια της δόξας, θα βγήκαν και κάποια memorabilia (ένας αναπτήρας με το όνομα κάποιου υποψηφίου στις εκλογές του 1985, ψηφοδέλτια του 1993, ένα τασάκι με τον ήλιο του ΠΑΣΟΚ), οι νεότεροι θα έπαιζαν με τα κινητά τους και θα σκυλοβαριόντουσαν, ένας δύο θα ψιλομεθούσαν και θα άρχιζαν να χορεύουν κάτι μεταξύ τσιφτετελιού και σούστας υπό τους ήχους τού «Εγώ ο ξένος» με τον Στράτο Διονυσίου. Και κάποιος θείος, κατά πάσα πιθανότητα γεροντοπαλίκαρο (για να υιοθετήσω το λανγκάζ μιας άλλης εποχής), θα ρωτούσε τους νεότερους της οικογένειας τι ξέρουν από εκείνες τις εποχές και ποια είναι η γνώμη τους.
Αυτό ακριβώς θεωρώ ότι είναι σήμερα το ΠΑΣΟΚ. Ο θείος που θέλει να καθίσει με τη νεολαία σε μια οικογενειακή γιορτή. Εκ της ιδρύσεώς του, άλλωστε, υπήρξε το πιο οικογενειακό από όλα τα κόμματα. Ως ένας απόλυτα καινούργιος κομματικός σχηματισμός, συσπείρωνε ήδη από τη δεκαετία του 1970 ολόκληρες οικογένειες – άντε κανένας γιος να λοξοκοίταζε προς το ΚΚΕ, καμιά κόρη προς την ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος.
Σύσσωμη η φαμίλια κατέβαινε στις ομιλίες του Ανδρέα Παπανδρέου και, αν υπήρχε πολύ μικρό παιδί, το έπαιρναν μαζί τους, του έδιναν να κρατάει και ένα σημαιάκι, με την κρυφή ελπίδα να γίνει πρωτοσέλιδο σε κάποια εφημερίδα (έχω φίλο που είχε – δεν είχε σαραντίσει όταν τον κατέβασαν στη θρυλική προεκλογική συγκέντρωση του 1981). Στα πασοκικά σπίτια ήταν πολύ πιθανόν να υπήρχε φωτογραφία του Ανδρέα σε κορνίζα, πάνω στον μπουφέ, ανάμεσα σε δύο κομπολόγια (ένα από όνυχα, ένα από ελεφαντόδοντο) τοποθετημένα σε σχήμα νεφρού. Αλλά όχι, το πορτρέτο του σε κέντημα γκομπλέν, όπως κυκλοφορούσε κάποτε της Αννας – Μαρίας, δεν υπήρχε.
Ας έρθουμε στο διά ταύτα όμως και στο σήμερα. Το ΠΑΣΟΚ θεωρώ ότι έχει να διαχειριστεί το εξής πρόβλημα. Απόλυτα ταυτισμένο με τη δεκαετία του 1980, θα πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στο γραφικό αλλά πολύ δυνατό παρελθόν, από το οποίο αντλεί ακόμη ισχύ, και στο σήμερα, στο οποίο προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά του κάνοντας άλλοτε τη χελώνα και άλλοτε τον λαγό. Πώς θα γίνει αυτό; Αν είχα ιδέα, θα έβαζα υποψηφιότητα για σύνεδρος. Το ελάχιστο ωστόσο που έχουν να κάνουν είναι να μην ξέρουν οι ψηφοφόροι του αν το πρωί θα ξυπνήσουν με τον ίδιο αρχηγό που κοιμήθηκαν το προηγούμενο βράδυ.
Οσκαρολογίες
Ε, να μην πω κι εγώ τις παρόλες μου για την προχθεσινή απονομή των Οσκαρ; Πρώτα απ’ όλα, απορώ πού είχαν κρυμμένο τόσο μίσος και τόσο απωθημένο οι χρήστες των ελληνικών σόσιαλ μίντια για τον Τιμοτέ Σαλαμέ. Ο μεγάλος χαμένος, και ο μεγάλος χαμένος. Μόνο που ένας ηθοποιός που στα τριάντα του χρόνια έχει τρεις υποψηφιότητες για Οσκαρ κάθε άλλο παρά χαμένος είναι. Από την άλλη, διαπιστώνω ότι το κοινό της όπερας είναι κάπως ταλιμπανικής αντίληψης. Οποιος δεν είναι μαζί μας είναι εχθρός μας.
Κατά τα άλλα, η επανάσταση του κόκκινου χαλιού πέρασε, αυτή τη φορά, στα χέρια του Χαβιέρ Μπαρδέμ. Κοτσάρισε αντιπολεμική κονκάρδα στο πέτο του σμόκιν του, φώναξε κι ένα «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» και θεώρησε ότι έτσι έγινε καλύτερος άνθρωπος. Εγώ πάλι θεωρώ καλύτερο άνθρωπο τον Σον Πεν που, αντί να παραλάβει το τρίτο του Οσκαρ, ήταν στο Κίεβο, στο πλευρό του Ζελένσκι.






