Στην αρχή πέφτει μαύρη οθόνη και ακούγεται η τηλεφωνική συνομιλία του καθηγητή Unai Eguía, ο οποίος αναζητά τα ίχνη του βασκογάλλου αντιστασιακού Ενρικ Μονέρ, ο οποίος επί χρόνια ζούσε με το όνομα Gregoire Uranga και κατά τα φαινόμενα χάθηκε στη δίνη των ναζιστικών στρατοπέδων. Στη συνέχεια αναπτύσσεται σε μικρογραφία η ιστορία μίας ηπείρου στον ζυγό των ολοκληρωτισμών. Ερευνητές και συγγενείς που ψάχνουν τα ίχνη των θυμάτων στην πυρίκαυστη ζώνη της μνήμης.
Ο γιος του Μονέρ που μαθαίνει ότι ο πατέρας του έκρυβε στο στόμα του μπουκιές φαγητού για να τις «μεταγγίσει» στους αρρώστους του θεραπευτηρίου του Μπούχενβαλντ. Η «μαντάμ Εύα» που υποδέχεται τους συγγενείς θυμάτων δεύτερης και τρίτης γενιάς απ’ όλη την Ευρώπη στο Κοιμητήριο του Στράνιτσε της Πράγας. Εκεί όπου ο σύζυγος και ο πεθερός της, František Suchý και οι δύο, «διέσωσαν» τις στάχτες 2.200 και πλέον δολοφονηθέντων του Ολοκαυτώματος.
Το ντοκιμαντέρ «Popel» («Στάχτες»), που προβάλλεται στο 28ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, σε σκηνοθεσία του Oier Plaza, είναι από αυτά που μπορούν – άλλος θα έλεγε που «πρέπει» – αναμφισβήτητα να συμπεριληφθούν στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα ενός σύγχρονου σχολείου. Ενα κινηματογραφικό οδοιπορικό που ξεκινά ως έρευνα αρχείου και καταλήγει σε μια αφήγηση ηθικής και μνήμης, φέρνοντας στο φως μια από τις πιο σιωπηλές αλλά ηρωικές πράξεις της ευρωπαϊκής Ιστορίας. Η ιστορία ξεκινά με τον καθηγητή Eguía, αλλά και τον Antón Gandarias, ο οποίος προσπαθεί να συνθέσει το παζλ της εξαφάνισης του θείου του, Anjel Lekuona, ο οποίος συνελήφθη από την Γκεστάπο. Οι δύο άνδρες δεν αναζητούν απλώς ονόματα σε λίστες· αναζητούν το τέλος της ιστορίας των δικών τους ανθρώπων.
Η ταυτότητα των νεκρών
Η έρευνα τους οδηγεί στην Πράγα, σε ένα σημείο όπου η φρίκη συναντά την απροσδόκητη ανθρωπιά: το Strašnice. Εκεί όπου ο πατέρας Suchý, διευθυντής του Κρεματορίου κατά τη διάρκεια της Κατοχής, και ο γιος του, αναλαμβάνουν το μερίδιο της ατομικής ευθύνης. Οι διαταγές των Ναζί ήταν σαφείς και κυνικές: οι στάχτες των εκτελεσθέντων έπρεπε να απορρίπτονται ανώνυμα, να γίνονται λίπασμα ή να εξαφανίζονται, στερώντας από τα θύματα ακόμα και το τελευταίο ίχνος της ύπαρξής τους.
Με φόντο τους καπνούς του κρεματορίου και τον διαρκή φόβο της προδοσίας, οι Σούτσι παίρνουν την απόφαση που ισοδυναμεί με θανατική καταδίκη αν αποκαλυφθεί. Διασώζουν κρυφά τις στάχτες των θυμάτων. Παγωμένο στιγμιότυπο: η κάμερα του Plaza εστιάζει σε σκονισμένα αρχεία και μεταλλικά δοχεία. Μέσα στη νύχτα, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα των SS, ο νεαρός Suchý καταγράφει κρυφά ονόματα σε χειρόγραφες λίστες και τοποθετεί τις στάχτες σε αριθμημένα δοχεία, θάβοντάς τα σε μυστικά σημεία ή κρύβοντάς τα στα βάθη του νεκροταφείου.
Το «Popel» χρησιμοποιεί τη δομή ενός θρίλερ για να θέσει ένα βαθύ ερώτημα: Τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος όταν όλα γύρω σου καταρρέουν; Η δράση της οικογένειας Suchý δεν είχε κάποιο αντιστασιακό όφελος. Δεν ανατίναξαν τρένα, ούτε έκλεψαν μυστικά. Ομως, έκαναν κάτι εξίσου επικίνδυνο: διέσωσαν την ταυτότητα των νεκρών.
Η στιγμή που οι ερευνητές ανακαλύπτουν ότι οι δικοί τους άνθρωποι «επέζησαν» μέσω αυτής της διάσωσης είναι η συναισθηματική κορύφωση του έργου. Δεν υπάρχει λυρισμός, μόνο η βαριά σιωπή μπροστά στο μέγεθος της θυσίας. Οι στάχτες (popel στα τσέχικα) παύουν να είναι σκόνη και γίνονται ξανά πρόσωπα, ιστορίες και μνήμη.
Το ντοκιμαντέρ του Oier Plaza είναι ένας φόρος τιμής σε εκείνους που εμπόδισαν το σκοτάδι να αφανίσει την αλήθεια. Μέσα από το «Popel», οι θεατές στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης έρχονται αντιμέτωποι με τη διάσωση της αξιοπρέπειας. Ακόμη και μέσα στις στάχτες.






