Οι εμπόλεμοι δεν δεσμεύονταν, βέβαια, ποτέ από κάποια υποχρέωση αληθείας. Οι επιτιθέμενοι, ιδίως, ποτέ δεν εξέθεταν με ειλικρίνεια και στην πληρότητά τους τα κίνητρα της επίθεσής τους. Αλλά αυτό που τώρα συμβαίνει με τον πόλεμο στο Ιράν μάλλον δεν έχει προηγούμενο.
Ενώ βρισκόμαστε πια στη δέκατη ημέρα αυτού του πολέμου, συνεχίζουμε να ακούμε διαφορετικές εκδοχές για τον σκοπό που ο πόλεμος υπηρετεί, τους λόγους που τον έκαναν αναπόφευκτο (ή επιλέξιμο) και τους άμεσους και απώτερους στόχους του. Συχνά, στην ίδια ομιλία του προέδρου Τραμπ, περιλαμβάνονται διαφορετικές και αντιφατικές απαντήσεις στο ερώτημα, γιατί ξεκίνησε αυτός ο πόλεμος και τι επιδιώκει.
Αλλαγή καθεστώτος, ακύρωση πυρηνικών δυνατοτήτων, καταστροφή πυραυλικών αποθεμάτων, εκδίκηση για περασμένα δεινά; Ολα αυτά μαζί και ταυτοχρόνως; Ή μήπως, όπως κάποιοι αναλυτές υποστηρίζουν, η επίδειξη συντριπτικής δύναμης είναι αυτοσκοπός, που υπηρετεί άλλου τύπου πολιτικές επιδιώξεις;
Και γιατί τώρα; Η μόνη απάντηση, απ’ όσες εξωφρενικές ακούστηκαν, που μοιάζει αληθοφανής είναι αυτή που έδωσε ο υπουργός εξωτερικών Ρούμπιο. «Γνωρίζαμε», είπε, «ότι το Ισραήλ θα χτυπούσε, γνωρίζαμε ότι αυτό θα προκαλούσε πλήγματα εναντίον αμερικανικών δυνάμεων και γνωρίζαμε ότι αν δεν δρούσαμε εμείς πρώτοι, θα υφιστάμεθα βαρύτερες απώλειες».
Δηλαδή, ο Νετανιάχου μας έσυρε από τη μύτη. Αλλά και αυτή εξήγηση, αληθοφανής αν λάβει κανείς υπόψη τη σχέση Ντόναλντ – Μπίμπι, δεν είναι λιγότερο εξωφρενική. Και πολλοί αναλυτές υποψιάζονται ότι διατυπώθηκε ως μια προσπάθεια επικοινωνίας με όσους, στη βάση των MAGA, είχαν πιστέψει πως «Πρώτα η Αμερική» σημαίνει μια Αμερική που ασχολείται μόνο με τα του οίκου της και δεν στέλνει τα παιδιά της να πολεμήσουν σε ξένους τόπους.
Και πώς τελειώνουν όλα αυτά; Ποιου στόχου η επίτευξη θα κριθεί επαρκής; Ποιο τίμημα ανεκτό για την επίτευξή του; Και ποια από τις πολλές εκδοχές για την επόμενη ημέρα είναι επιλέξιμη; Αν μια αλλαγή καθεστώτος ύστερα από λαϊκή εξέγερση είναι στη σφαίρα του απίθανου, ένα εξίσου απεχθές ή απεχθέστερο διάδοχο καθεστώς, με μειωμένες όμως πυρηνικές και στρατιωτικές δυνάμεις, θα θεωρηθεί αποδεκτή έκβαση των επιχειρήσεων; Θα χαρακτηριστεί νίκη; Και η βύθιση του Ιράν σ’ ένα χάος βίας και φυγόκεντρων συγκρούσεων περιλαμβάνεται στην γκάμα των επιθυμητών ή ανεκτών συνεπειών;
Κανένα ερώτημα δεν έχει εύκολη απάντηση. Ομίχλη πυκνή, που δεν επιτρέπει καμία αξιόπιστη πρόβλεψη για τη διάρκεια ή την έκβαση αυτής της περιπέτειας. Ενας λόγος παραπάνω να προσπαθήσει κανείς, ιδίως σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, να μαντέψει τις αυριανές συνέπειες του πολέμου – πολλές από τις οποίες είναι στοιχειωδώς προβλέψιμες, έστω κι αν αγνοούμε βασικά δεδομένα αυτού του πολέμου – και να προετοιμαστεί για αυτές.
Οι επιπτώσεις στην οικονομία – που θα εξαρτηθούν φυσικά από τη διάρκεια των επιχειρήσεων, αλλά είναι βέβαιο ότι θα γίνουν αισθητές τόσο στις τιμές της ενέργειας όσο και στον πληθωρισμό – είναι το πρώτο που έρχεται στο μυαλό. Οι νέοι κίνδυνοι ασφαλείας στο εσωτερικό μιας χώρας καταγεγραμμένης ως φιλικής προς το Ισραήλ είναι το επόμενο. Η νέα δυναμική που θα δώσει στην Τουρκία μια ενδεχόμενη κατάρρευση του Ιράν χρειάζεται, επίσης, μια νέα αποτίμηση.
Η Τουρκία σήμερα βρίσκεται στην ανάγκη να ισορροπεί προσεκτικά ανάμεσα σε εντελώς αντιφατικές προτεραιότητες και δεσμεύσεις.
Αλλά αν το Ιράν είναι πια ένας σωρός συντρίμμια, η Τουρκία θα διεκδικήσει να κατοχυρώσει τη θέση της ως η μόνη ισχυρή, ανταγωνιστική προς το Ισραήλ δύναμη σε όλη την περιοχή και σημείο αναφοράς του μουσουλμανικού κόσμου. Ο πόλεμος στο Ιράν, τέλος, επιταχύνει τις (αδύναμες ακόμη) τάσεις στρατηγικής και αμυντικής αυτονομίας της Ευρώπης. Η αποστολή δυνάμεων στην Κύπρο από ευρωπαϊκές χώρες και το νέο πυρηνικό δόγμα που εξήγγειλε ο πρόεδρος Μακρόν είναι κινήσεις προς την κατεύθυνση αυτή. Η Ελλάδα δεν μπορεί να απέχει.
Ο πόλεμος στο Ιράν πυροδοτεί κρίσιμα διλήμματα. Ενα στο εσωτερικό του Ιράν, για την επόμενη ημέρα στη χώρα. Ενα στη Μέση Ανατολή συνολικά, για τη νέα διάταξη δυνάμεων στην περιοχή. Ενα στην Ευρώπη για τη στρατηγική της ολοκλήρωση. Κι ένα στο εσωτερικό των ΗΠΑ για το μέλλον της αμερικανικής δημοκρατίας (και κατ’ επέκταση της δυτικής δημοκρατίας, συνολικά), που είναι ίσως το κρισιμότερο από τα διακυβεύματα της επίθεσης στο Ιράν.
Κι εμείς; Προς το παρόν, η κυβέρνηση απολαμβάνει την πολυσυζητημένη μα πάντα πρόσκαιρη συσπείρωση γύρω από τη σημαία, σε συνθήκες εξωτερικών απειλών, που χαμηλώνει τους τόνους της αντιπαράθεσης και βάζει σουρντίνα στο αντισυστημικό αίσθημα. Δεν θα διαρκέσει πολύ. Μα όσο διαρκεί, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως ευκαιρία για να δημιουργηθούν οι βάσεις μιας νέας συναίνεσης για μια νέα εθνική στρατηγική ασφαλείας.






