Σε λίγους το ελληνικό ποδόσφαιρο οφείλει. Και ο σημαντικότερος, για τον Νίκο Αλέφαντο, ήταν ο Κροάτης Στέφαν Μπόμπεκ. «Δεν έχανα προπόνηση» μου έλεγε. «Κάθε φορά έβλεπα κάτι καινούργιο. Κι αν το ποδόσφαιρο έχει ένα μεγαλείο, τον ευχαριστώ γιατί με μύησε σ’ αυτό». Και πίσω από τα λόγια του εξαιρετικά φειδωλού Αλέφαντου, σε ό,τι αφορά αξία προπονητή, αξία παίκτη, αξία διαιτητή, με οδήγησε στο να διακρίνω κι εγώ όλα εκείνα που συγκίνησαν τον φίλο μου Νίκο. Οταν ο Μπόμπεκ ήλθε στην Ελλάδα, τα συστήματα που κυριαρχούσαν ήταν το εγγλέζικο ΜW και το ουγγαρέζικο 4-2-4. Ο Κροάτης άνοιξε την πόρτα στο 4-3-3, που μέχρι σήμερα αποτελεί το κύριο ποδοσφαιρικό σύστημα.
Μας ήταν γνωστός ο Μπόμπεκ ως παίκτης. Κρατάμε την οδυνηρή ανάμνηση του παιχνιδιού που μας έκλεισε την πόρτα στο μακρινό όνειρο, τη συμμετοχή μας στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1954 στη Βέρνη. Ηταν η εποχή που η εθνική ομάδα, με τους Χέλμηδες στον πάγκο και στο γήπεδο, έφτασε ένα βήμα από την πόρτα της Βέρνης. Ενας τελευταίος αγώνας με την Εθνική Γιουγκοσλαβίας καθόρισε τη μη συμμετοχή μας, στέλνοντας παράλληλα, τουλάχιστον 10 χρόνια, το ελληνικό ποδόσφαιρο στην απαξία. Ηταν η Γιουγκοσλαβία με αρχηγό τον Στέφαν Μπόμπεκ κι από κοντά μια παρέα Σέρβων και Κροατών που εξέπληξε τους πάντες στο Μουντιάλ του 1954. Στάνκοβιτς, Σεμπέκοβιτς, Τσαϊκόφσκι, Μπεάρα, ήταν κάποιοι από τη μυθική παρέα του Μπόμπεκ. Σεβόμενοι και την ιστορία και την προϊστορία του Στέφανου Μπόμπεκ, θα κάνουμε μία λίαν περιγραφική αναδρομή της αθλητικής πορείας του.
Ο Στέφαν (ή Στίεπαν) Μπόμπεκ (1923-2010), ικανότατος ποδοσφαιριστής, αήττητος πρωταθλητής, μεγάλος σκόρερ και προπονητής του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού. Εφάρμοσε πρωτοπόρες ιδέες για τα δεδομένα της εποχής του. Εισήγαγε στην Ελλάδα το σύστημα 4-3-3 και δημιούργησε μία ομάδα που ήταν σχεδόν αδύνατο να νικηθεί. Εμεινε στην ιστορία για το θρυλικό αήττητο πρωτάθλημα του 1964.
Ο Μπόμπεκ γεννήθηκε στη Γιουγκοσλαβία (τότε βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων) και ξεκίνησε το ποδόσφαιρο σε ηλικία 13 ετών με τα χρώματα της Βικτόρια. Αγωνιζόταν στις θέσεις της επίθεσης. Το 1943 μεταπήδησε στη Γρατσιάνσκι Ζάγκρεμπ και αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του γιουγκοσλαβικού πρωταθλήματος με οκτώ γκολ.
Το 1945 φόρεσε τη φανέλα της Παρτίζαν Βελιγραδίου. Παρέμεινε εκεί μέχρι το 1958. Κατέκτησε δύο πρωταθλήματα (1947, 1949) και τέσσερα Κύπελλα (1947, 1952, 1954, 1957). Σκόραρε συνολικά 403 γκολ σε 468 αγώνες και παραμένει, μέχρι σήμερα, πρώτος σκόρερ της ιστορίας της.
Με την εθνική ομάδα της Γιουγκοσλαβίας κατέκτησε δύο ασημένια ολυμπιακά μετάλλια (1948 στο Λονδίνο και 1952 στο Ελσίνκι). Ελαβε μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950 στο Μεξικό και το 1954 στην Ελβετία. Παραμένει πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Εθνικής Γιουγκοσλαβίας (48 γκολ σε 63 διοργανώσεις).
Αμέσως μετά τη δύση της αθλητικής του καριέρας ανέλαβε τη Λέγκια Βαρσοβίας το 1959. Την επόμενη χρονιά επέστρεψε στην Παρτίζαν, αυτή τη φορά ως τεχνικός. Κατέκτησε τρία συνεχόμενα πρωταθλήματα (1961, 1962, 1963). Το 1963, η διοίκηση του Παναθηναϊκού (προεδρία Λουκά Πανουργιά) κάνει το μεγάλο βήμα και έρχεται σε συμφωνία με τον Στέφαν Μπόμπεκ για την ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας του Τριφυλλιού. Στο πρωτάθλημα της περιόδου 1963-64, ο Παναθηναϊκός του Στέφαν Μπόμπεκ είχε συνολικό απολογισμό 24 νίκες, έξι ισοπαλίες και καμία ήττα.
Αναδείχθηκε αήττητος πρωταθλητής, επίτευγμα που ουδέποτε πέτυχε άλλη ελληνική ομάδα σε επίπεδο Α’ Εθνικής Κατηγορίας. Το Τριφύλλι κλείδωσε το αήττητο πρωτάθλημα με νίκη 0-1 μέσα στην έδρα του Ολυμπιακού την τελευταία αγωνιστική.
Την επόμενη περίοδο (1964-65), οι Πράσινοι αναδείχθηκαν ξανά πρωταθλητές, έχοντας μόλις μία ήττα στον απολογισμό τους (3-2 από τον Εθνικό στον Πειραιά).
Οι καινοτόμες ιδέες του Μπόμπεκ οδήγησαν το Τριφύλλι σε πολλές επιτυχίες. Το παρατσούκλι του ήταν «δάσκαλος». Ωστόσο, επειδή ήταν πολύ δύσκολο και χρονοβόρο να αφομοιωθούν αυτές οι ιδέες, απέκτησε και πολέμιους. Οταν χάθηκε το πρωτάθλημα του 1965-66 (παρότι ο Παναθηναϊκός αναδείχθηκε, με διαφορά, πρώτος σε γκολ), αποφασίστηκε η περίφημη «ανανέωση», δηλαδή η σταδιακή απόσυρση μερικών βασικών ποδοσφαιριστών και η αντικατάστασή τους με νέους, ελπιδοφόρους παίκτες.
Εκείνα τα χρόνια ξέσπασε μεγάλη εσωτερική κρίση στον σύλλογο, η οποία επεκτάθηκε τόσο αγωνιστικά όσο και η διοικητικά. Από τους μεγαλύτερους εκφραστές των πολέμιων του Μπόμπεκ ήταν ο Αριστείδης Καμάρας. Ο αμυντικός της ομάδας συνέταξε επιστολή που κατηγορούσε τον Μπόμπεκ για «διάβρωση του ηθικού των ποδοσφαιριστών» και για τον παραγκωνισμό πολλών παικτών. Από την πλευρά του ο Μπόμπεκ άφηνε σαφείς υπόνοιες για «ύποπτα» μειωμένη απόδοση ορισμένων παικτών.
Η όλη κατάσταση δημιούργησε ένα νοσηρό κλίμα με συνεχόμενες κατηγορίες μεταξύ των υποστηρικτών του προπονητή και όσων βρίσκονταν απέναντί του. Οι μεγαλύτεροι εκ των υποστηρικτών του Μπόμπεκ ήταν οι Μίμης Δομάζος και Ζαχαρίας Πιτυχούτης. Εν τέλει, ο Μπόμπεκ αποχώρησε από τον Παναθηναϊκό στα τέλη του 1966-67, αφού πρώτα καθοδήγησε την ομάδα στην κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδας τη σεζόν εκείνη.
Μετά το πέρασμά του από τον Παναθηναϊκό, επέστρεψε στην Παρτίζαν Βελιγραδίου και το 1969 βρέθηκε ξανά στην Ελλάδα, αυτή τη φορά ως προπονητής του Ολυμπιακού. Δεν κατέκτησε κάποιον τίτλο με τους Ερυθρόλευκους. Στην πορεία ανέλαβε την τουρκική Αλτάι Σ.Κ. και τη Δυναμό Ζάγκρεμπ.
Το 1974-75, ο Στέφαν Μπόμπεκ επέστρεψε στον πάγκο του Παναθηναϊκού. Σε μία προβληματική για την ομάδα χρονιά, το Τριφύλλι παρουσίασε πολύ αρνητική αγωνιστική εικόνα, και ο προπονητής αποχώρησε πριν ολοκληρωθεί η σεζόν. Επόμενοι σταθμοί της καριέρας του ήταν η Εσπεράνς Σπορτίβ της Τυνησίας, η ΦΚ Βαρντάρ και η ΦΚ Σεμλίνο. Πέθανε στις 22 Αυγούστου 2010 σε ηλικία 87 ετών.






