«Δεν θα τους ξανακούσω και δεν θα τους ξαναδώ στη ζωή μου»: για τη Μάγδα Φύσσα, η τελεσίδικη απόφαση για τη Χρυσή Αυγή είναι μια προσωπική δικαίωση, μια λυτρωτική πράξη ενός αγώνα που δεν σταματούσε όταν οι κάμερες έκλειναν ή όταν η δημόσια προσοχή στρεφόταν αλλού. Το ελάχιστο που παίρνει ως αντάλλαγμα η μητέρα που μένει πίσω από ένα κράτος που δεν κατάλαβε και δεν πρόλαβε, που δεν κατάφερε να προστατεύσει τον Παύλο, είναι η ανακούφιση της οριστικής καταδίκης των δολοφόνων του – όντως, το βλέμμα της δεν χρειάζεται να ξανασυναντήσει ποτέ ξανά τους εγκληματίες που της στέρησαν τον γιο της. «Ο Παύλος τούς τελείωσε».
Εμείς όμως τελειώσαμε; Η Χρυσή Αυγή αποτελεί την πιο μαύρη σελίδα της δεκαετούς ιστορίας της κρίσης χρέους, γιατί ξύπνησε τα κατώτερα ένστικτα της ελληνικής κοινωνίας. Τα στελέχη της εκμεταλλεύτηκαν χρόνιες παθογένειες και παραλείψεις. Συνόδευσαν γιαγιάδες στα ΑΤΜ, κυνήγησαν μετανάστες και πρόσφυγες με λοστάρια, παρουσιάστηκαν ως αυτόδικοι σωτήρες των αδύναμων Ελλήνων απέναντι σε ανύπαρκτους εχθρούς που ήθελαν το κακό τους. Τα χέρια των νεοναζί μπορεί να ήταν ποτισμένα με αίμα, αλλά «ήταν καθαρά, δεν είχαν κλέψει», δεν ήταν μέρος του συστήματος που τότε θεωρήθηκε πως χρεοκόπησε τη χώρα. Δεν είχε σημασία που η ιδεολογική τους αναφορά ήταν σαφής σε όποιον δεν είχε τυφλωθεί από τον θυμό, ούτε ένοιαζε κανέναν από τους ψηφοφόρους τους η βία που ασκούσαν στα φανερά. Ο ρόλος τους δεν ήταν να κυβερνήσουν, αλλά να τιμωρήσουν.
Υστερα από τόσα χρόνια, η χρυσαυγίτικη μορφή της Ακροδεξιάς μοιάζει πια γραφική, σχεδόν αστεία – αν δεν ξέραμε πόσο επικίνδυνοι υπήρξαν, μπορεί να μη ρίχναμε δεύτερη ματιά στην είδηση της χθεσινής απόφασης. Η ζημιά, όμως, που έχουν κάνει υπερβαίνει τη δημόσια παρουσία τους ή τη δράση τους: έβαλαν στο παιχνίδι ξανά τις θεωρίες συνωμοσίας, στοχοποίησαν τους πραγματικά ευάλωτους, αρνήθηκαν τη διαφορετικότητα, άνοιξαν εμφυλιοπολεμικές πληγές που έχουν εδώ και χρόνια κλείσει. Μπορεί το πολιτικό σύστημα να ενώθηκε μπροστά στην υπόθεσή τους, όταν το θύμα ήταν «ένα από εμάς», όμως οι χρυσαυγίτες δημιούργησαν ένα ρήγμα στην κοινωνική συνοχή που δεν έκλεισε επειδή η εγκληματική τους οργάνωση αποκαλύφθηκε: πάνω στις ίδιες αρχές μπορεί να πατήσει ένας κοστουμαρισμένος τύπος που ξέρει αγγλικά και δεν δέρνει σε δημόσια θέα, μιλάει κατά των υποχρεωτικοτήτων με το βλέμμα στραμμένο στους εμβολιασμούς και «προσωπικά διαφωνεί για ηθικούς λόγους» με τις αμβλώσεις. Πολύ εύκολα κερδίζει δημοσιότητα όποιος δίνει στίγμα «εισβολής» μπροστά στα άψυχα σώματα πνιγμένων προσφύγων ή όποιος αναρωτιέται πόσο πατριώτες ήταν εκείνοι που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή.
Το know-how προσώπων εξίσου γραφικών και επικίνδυνων πατενταρίστηκε διεθνώς και έχει επιστρέψει για να απευθυνθεί σε πολίτες εξουθενωμένους από την ταχύτητα με την οποία εναλλάσσονται οι νέες κρίσεις, φοβισμένους μπροστά σε ένα αβέβαιο αύριο. Κάθε φορά που οι υπερασπιστές της δυτικής δημοκρατίας όπως την ξέρουμε κάνουν εκπτώσεις στους θεσμούς, αποδυναμώνουν τις δικλίδες ασφαλείας και νομιμοποιούν το δίκαιο του ισχυρού. Κάθε φορά που μια πολεμική πρωτοβουλία λαμβάνεται χωρίς να έχει την απαιτούμενη συνταγματική έγκριση, κάθε φορά που η Ευρώπη ακολουθεί τις εξελίξεις και δεν τις διαμορφώνει, κάθε φορά που στην Ελλάδα «έλα μωρέ, όλοι τα ίδια κάνουν», το ρήγμα βαθαίνει.
Δεν τελειώσαμε. Μόλις ξεκινήσαμε.






