Εχω το συνήθειο να κοιμάμαι με ανοιχτή την τηλεόραση. Μόνο έτσι με παίρνει ο ύπνος γι’ αυτό και όταν αρχίσω να γλαρώνω, ενεργοποιώ τον χρονοδιακόπτη ώστε να κλείσει η συσκευή όταν πια θα με έχει πάρει ο ύπνος. Προχθές το βράδυ λοιπόν συνειδητοποίησα ότι αυτό που, στην πραγματικότητα, με νανούριζε ήταν τα συνεχή ρεπορτάζ και οι συζητήσεις για τον πόλεμο στο Ιράν σε κάποιο ξένο κανάλι. Και τότε θυμήθηκα τη Λίνα Νικολακοπούλου να λέει σε μια συνέντευξή της ότι τους στίχους του «Δυνατά, δυνατά» τους είχε γράψει όταν έβλεπε στην τηλεόραση τον πόλεμο του Κόλπου, τον πρώτο πόλεμο που η υφήλιος παρακολούθησε σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση. Και είναι ακριβώς όπως το λέει: «Δυνατά, δυνατά, γίναν όλα δυνατά τ’ αδύνατα».
Τριάντα εφτά χρόνια μετά και ενώ έχουμε, από τότε, παρακολουθήσει κι άλλες πολεμικές συρράξεις σε ζωντανή μετάδοση, έχουμε συνηθίσει αυτά τα αδύνατα που έγιναν όχι απλώς δυνατά, αλλά εθιστική κανονικότητα. Εγώ νανουρίζομαι με ανταποκρίσεις, άλλοι μιλάνε, ακούνε, συζητάνε, αναλύουν, επεξεργάζονται, με τον τρόπο τους, πληροφορίες που έρχονται πανταχόθεν και ανεξέλεγκτα. Και όλοι μαζί νομίζουμε ότι, με κάποιον τρόπο, συμμετέχουμε στη συγγραφή της Ιστορίας. Αναρωτιέμαι ωστόσο πώς θα εισπράξουν οι επόμενες γενιές, ύστερα από πενήντα χρόνια για παράδειγμα, τα γεγονότα που εξελίσσονται τώρα. Οπως πραγματικά έγιναν, όπως τα μεταδίδει η τηλεόραση ή όπως τα σχολιάζουν οι ειδικοί και, κυρίως, οι μη ειδικοί;
Διότι το τι έχω ακούσει αυτές τις μέρες και το τι έχω διαβάσει στα σόσιαλ μίντια από «αναλυτές» των τελευταίων ημερών, δεν λέγεται. Αυτά τα στενά του Ορμούζ, το αν και πόσο θα μείνουν κλειστά και τι επιπτώσεις θα έχει κάτι τέτοιο στην παγκόσμια οικονομία, τα ξέρουν καλύτερα και απ’ ό,τι Σαλαμινιώτης το στενό ανάμεσα στα Παλούκια και το Πέραμα. Και ακόμη περισσότερο, το πώς θωρακίζουν τις ιδεοληψίες τους, διότι περί αυτών ακριβώς πρόκειται, σε σχέση με την επίθεση στο Ιράν. Εδώ σου λέει η κοινοβουλευτική εκπρόσωπος της Νέας Αριστεράς, Σία Αναγνωστοπούλου, βλέπει ήδη να περνούν μπροστά από τα μάτια «τα φέρετρα του Δένδια» λες και πρόκειται για γραφείο τελετών.
Για να αφήσω τα άλματα λογικής και τις νοηματικές πιρουέτες περί του τι είναι το Ιράν και τι ο λαός του ώστε να μαζευτούν τα αμάζευτα. Ή ότι τα καθεστώτα πέφτουν μόνο εκ των έσω, τα ρίχνει, δηλαδή, ο ίδιος ο λαός. «Θα σου άρεσε» έλεγε κάποια φίλη «να μας βομβάρδιζαν για να πέσει η χούντα στην Ελλάδα;». Προφανώς, μέσα στον επαναστατικό της οίστρο, ξεχνά ότι αυτό, περίπου, έγινε. Μόνο που την πλήρωσε η Κύπρος. Διότι αυτό ακριβώς συμβαίνει. Η πτώση των καθεστώτων έρχεται, κατά κανόνα, ως αποτέλεσμα ενός διεθνούς ντόμινο που σπάνια είναι ειρηνικό.
Και για να το κλείσω, την Ιστορία δεν τη γράφουμε όλοι μαζί, στα πρόχειρα. Και η Ιστορία των γεγονότων που παρακολουθούμε τώρα, γράφεται κάπου και κάπως που ούτε μπορούμε να φαντασθούμε. Από τους νικητές ή από τους ηττημένους; Από τους διανοούμενους. Και μόνο από αυτούς.
Ως εδώ
Ενας κατά συρροή δολοφόνος ό,τι έχει να πει, το λέει στην απολογία του. Εκεί του δίνεται η ευκαιρία και να μετανοήσει. Πέραν τούτου ουδέν. Δεν υπάρχει λόγος να εμφανίζεται στην τηλεόραση. Ο,τι και να πει δεν ενδιαφέρει. Δεν καταλαβαίνω λοιπόν για ποιον λόγο δόθηκε τηλεοπτικό βήμα σε έναν ειδεχθή δολοφόνο όπως ο Κουφοντίνας. Εναν άνθρωπο που είναι ενάντια στη δημοκρατία και, κυρίως, ενάντια στην ανθρώπινη ζωή. Για να απαγγείλει το ποίημά του; Για να τον λυπηθούμε; Ή για να εμπνεύσει νέες γενιές δολοφόνων;
Το τηλεοπτικό κοινό όμως μπορεί να κρίνει. Και έριξε την εκπομπή όπου εμφανίστηκε ο κατά συρροή δολοφόνος στα υπόγεια της τηλεθέασης.






