Ο Ντον ΜακΚάλιν δεν είναι απλώς ένας φωτογράφος που ανέδειξε τα πεδία των μαχών· είναι ο άνθρωπος που έδωσε εικόνα στην ανθρώπινη οδύνη, αρνούμενος να αποστρέψει το βλέμμα. Η αξία του στην ιστορία της σύγχρονης φωτογραφίας ταυτίστηκε με την ικανότητά του να συνδυάζει τη σκληρή ειδησεογραφία με μια βαθιά κατανόηση των εικονιζομένων.

Με τον τρόπο αυτό ο γεννημένος στο Λονδίνο του 1935 φωτογράφος, καλεσμένος του φετινού Athens Photo World, καθόρισε τη χρυσή εποχή της φωτοδημοσιογραφίας (ειδικά στις δεκαετίες 1960-1980). Το στυλ του χαρακτηρίζεται από έντονη αντίθεση λευκού και μαύρου «φωτισμού» ώστε να αντανακλά το σκοτάδι των θεμάτων του. Δεν υπήρξε ποτέ ένας αποστασιοποιημένος παρατηρητής· η κάμερά του ήταν ένα εργαλείο ηθικής μαρτυρίας, από το Βιετνάμ έως την Μπιάφρα. Και αυτό επειδή όντως ο ΜακΚάλιν βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των σημαντικότερων κρίσεων του 20ού αιώνα. Στη Μάχη της Χουέ του Βιετνάμ κατέγραψε την απόγνωση των στρατιωτών – όπως η εμβληματική φωτογραφία με τον πεζοναύτη υπό το σοκ οβίδας – απομυθοποιώντας τη δόξα του πολέμου. Στην Μπιάφρα οι εικόνες του με τα λιμοκτονούντα παιδιά σόκαραν την παγκόσμια κοινή γνώμη και ανέδειξαν τον ρόλο της φωτογραφίας στην ανθρωπιστική βοήθεια. Στον Λίβανο, την Κύπρο και το Κονγκό εστίαζε σε κάθε σύγκρουση στα θύματα – τους αμάχους, τους εκτοπισμένους και τους ηττημένους – δίνοντας φωνή στους «αόρατους».

Αλλά η ειδική ενότητα και αυτή στην οποία επιμένει ο ίδιος ως παρακαταθήκη του είναι η καταγραφή της βρετανικής κοινωνικής πραγματικότητας. Φωτογράφισε, λοιπόν, τις φτωχογειτονιές του Βόρειου Λονδίνου και τις βιομηχανικές πόλεις του Βορρά, αναδεικνύοντας τη σκληρή ζωή της εργατικής τάξης και των αστέγων. Τα τελευταία χρόνια η δουλειά του στο Σόμερσετ επικεντρώνεται σε σκοτεινά, δραματικά τοπία. Για τον ίδιο αυτά τα τοπία δεν είναι απλές εικόνες της φύσης, αλλά ένας τρόπος να διαχειριστεί τις «στοιχειωμένες» αναμνήσεις από τον πόλεμο.

Γιατί η συναισθηματική επίγνωση είναι η πιο σημαντική πτυχή της φωτογραφίας;

Προσωπικά το ανακάλυπτα κάθε φορά που πλησίαζα τους ανθρώπους για να τους φωτογραφίσω. Σε δύσκολες καταστάσεις ζητούσα την άδειά τους με το βλέμμα. Είναι μια άρρητη επικοινωνία την οποία πρέπει να ανακαλύψεις εκείνη τη στιγμή μαζί τους. Το υπόβαθρό μου – το ότι μεγάλωσα φτωχικά στο Βόρειο Λονδίνο κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου – ήταν καλή «προεκπαίδευση». Ταυτίστηκα με τους κατατρεγμένους, τους εξαθλιωμένους και τους αδικημένους.

Από ποιες περιοχές και εστίες έντασης προέρχονται κάποιες από τις πιο δυνατές φωτογραφίες σας;

Ο πόλεμος της Μπιάφρα ήταν σκανδαλώδης· δεν μπορώ να κοιτάξω πλέον τη φωτογραφία του πεινασμένου αγοριού Αλμπίνο – με στοιχειώνει για πάντα. Ο Λίβανος, η Σάμπρα και η Σατίλα, που ήταν μια σφαγή περίπου 3.500 Παλαιστινίων και Σιιτών… H ομάδα των νεαρών μουσικών που παίζουν λαούτο στο Κραντίν της Βηρυτού αδιαφορώντας για το πτώμα της Παλαιστίνιας που βρίσκεται δίπλα τους – νομίζω μια φωτογραφία που αναδεικνύει την παραφροσύνη του πολέμου. Σε αυτήν μάλιστα τράβηξα μόνο ένα καρέ και δεν χρησιμοποίησα καν το φωτόμετρό μου, ενώ συνήθως δεν φωτογραφίζω ποτέ χωρίς φωτόμετρο. Και επίσης η έξαρση χολέρας στο Μπανγκλαντές μετά τους μουσώνες.

Και ποια φωτογραφία σάς δίνει χαρά ακόμη και σήμερα που τη βλέπετε;

Οι φωτογραφίες των μικρών αγοριών που κάθονται πάνω στο βιβλίο του Προφήτη – ένα τεράστιο άγαλμα στο Ερμπίλ του Κουρδιστάν. Είναι γνωστή ως «Αγόρια στο Βιβλίο του Ibn al-Mustawfi».

Υστερα από την εμπειρία σας στα πεδία των μαχών πώς «επιστρέφατε» και επανεκτιμούσατε την καθημερινή ζωή;

Απολάμβανα το σπίτι μου ακόμα περισσότερο… Αν και υποφέρω πάντα από βίαια όνειρα που με ξυπνούν, όταν επιστρέφω στο σπίτι μου στο Σόμερσετ, χαίρομαι να μυρίζω εκείνη την υγρή πράσινη γη που αποπνέει ειρήνη, όταν αποβιβάζομαι στον σταθμό Castle Cary. Ακούω κλασική μουσική, μαζεύω βατόμουρα, καλλιεργώ ντομάτες, κοιτάζω τον ουρανό και τα ελάφια στον κήπο μου, περιμένω τις πρώτες ντάλιες της εποχής, ταΐζω τις φραγκόκοτές μου. Μικρές καθημερινές χαρές που απολαμβάνω τόσο πολύ.

Θυμάστε την πρώτη φωτογραφία που βγάλατε;

Ηταν η εικόνα της συμμορίας στο βομβαρδισμένο κτίριο του δρόμου μου. Ονομάζονταν «The Guvnors» και όταν μπλέχτηκαν στη δολοφονία ενός αστυνομικού της γειτονιάς, η φωτογραφία έγινε πρωτοσέλιδο. Πήγα αυτή τη φωτογραφία στον «Observer», την τύπωσαν και μετά μου πρόσφεραν δουλειά ως φωτογράφο χάρη σε αυτήν.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.