Η «Ντάμα Πίκα» δεν είναι απλώς μια νουβέλα του Αλεξάντρ Πούσκιν. Είναι ένας μηχανισμός που ενεργοποιεί εμμονές, φόβους και μυστικά. Κι όταν αυτό το σκοτεινό σύμπαν μεταφέρεται για πρώτη φορά στο ελληνικό θέατρο από τον Στάθη Λιβαθινό, αποκτά μια νέα ενέργεια. Ο έμπειρος σκηνοθέτης υπογράφει τη σκηνική μεταφορά του έργου του κορυφαίου ρώσου ποιητή στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας, με την Μπέττυ Αρβανίτη στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Με μια αφήγηση που κινείται με λεπτή ειρωνεία μεταξύ υπερφυσικού ρομαντισμού κι ενός ιδιάζοντος ρεαλισμού, η παράσταση αφηγείται τη μεταστροφή του νεαρού Χέρμαν από πρότυπο συγκρατημένου ανθρώπου σε εμμονικό χαρτοπαίκτη.

«Η παράσταση είναι στη λογική ενός τραγικού παραμυθιού, μιας τραγικής φάρσας. Εχει βέβαια και κωμικά στοιχεία αλλά σ’ ένα περίεργα σκοτεινό πλαίσιο. Ξεκινάει από μια ρεαλιστική συνθήκη και σιγά σιγά η ιστορία μεταπηδάει σε κάτι σουρεαλιστικό. Θα ήταν νομίζω ένα εξαιρετικό κείμενο για να κάνει ταινία ο Γουές Αντερσον. Από το μακιγιάζ και τα κοστούμια μέχρι το πώς έχουν στηθεί οι σκηνές υπάρχουν στοιχεία που ενώ αισθάνεσαι ότι πρόκειται να δεις κάτι γραμμικό, “κανονικό”, συμβαίνει κάτι και σου υπενθυμίζει συνέχεια ότι δεν είναι ακριβώς αυτό. Εχει δημιουργηθεί ένας χαρακτήρας τον οποίο ανέλαβε η Δήμητρα Χατούπη που έχει αναλάβει τη λειτουργία της αφήγησης και του συγγραφέα μ’ έναν τρόπο. Είναι αυτή που κινεί τα νήματα, χωρίς κανείς μας να το αντιλαμβάνεται, και υφαίνει το νήμα όλης της ιστορίας. Εκείνη είναι ο παίκτης κι εμείς οι μαριονέτες της», επισημαίνει ο Γιάννης Σύριος, ο οποίος πρωταγωνιστεί στην παράσταση.

Ο ίδιος υποδύεται τον Χέρμαν, έναν άνδρα που βρίσκεται στον πυρήνα της ιστορίας και γλιστρά αθόρυβα από τη λογική στην παράκρουση κι από την εγκράτεια στην άβυσσο. «Ο Χέρμαν είναι ένας άνθρωπος που θέλει να “πιάσει την καλή”. Είναι σπουδαγμένος, αξιωματικός του μηχανικού, πολύ έξυπνος, με στάτους υψηλό στη Ρωσία εκείνης της εποχής, χωρίς να έχει τις ανάλογες απολαβές. Βιώνει την απαξίωση κατά κάποιο τρόπο κι αυτό δημιουργεί διάφορες εσωτερικές δυνάμεις που όταν σκάσουν δεν ξέρεις τι θα γίνουν ακριβώς. Ο ίδιος σαν χαρακτήρας έχει τρομακτική φαντασία και φιλοδοξία την οποία δεν βγάζει προς τα έξω, το οποίο είναι πολύ επικίνδυνο. Οταν μένουν μέσα αυτά τα στοιχεία και δεν βρίσκουν το μέγεθος που πραγματικά χρειάζονται για να εκφραστούν, αρχίζουν διάφορες δυσκολίες μέσα στην ψυχή και στο μυαλό», επισημαίνει ο ηθοποιός.

«Στην αρχή κατάλαβα τι πάει να πει ότι αξίζω κάτι, δεν το παίρνω κι αυτό με κρατάει σε αγωνία. Στη συνέχεια συνειδητοποίησα ότι από επιλογή θέλει ο ίδιος να κατακτήσει τη μοίρα του από την πίσω πόρτα, αλλά αυτό εμένα δεν με βρίσκει ιδιαίτερα σύμφωνο. Κατάλαβα όμως ότι η σκέψη αυτή από μόνη της εύκολα μπορεί να μπει στο μυαλό σου και τον δικαιολόγησα μέσα από την πόρτα της σκέψης και της δύναμης που έχει μέσα μας το παραμύθι. Είναι ένας χαρακτήρας που με ιντρίγκαρε τελικά αρκετά», συνεχίζει.

«Πανανθρώπινη αρρώστια»

Ενα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία που επιστρέφουν στην παράσταση είναι αυτό του τζόγου. Γίνεται ο μηχανισμός που αποκαλύπτει τις πιο ακραίες μετατοπίσεις της ανθρώπινης φύσης κι ανάμεσα στις πράσινες τσόχες και τις «σίγουρες» νίκες, ξεδιπλώνεται η σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για έλεγχο και στη γοητεία της παράδοσης στο άγνωστο. «Ο τζόγος είναι μια πανανθρώπινη αρρώστια. Είναι κάτι στο οποίο λειτουργεί πάρα πολύ ο παράγοντας της τύχης εκεί κι επειδή έχει κάτι το ανεξήγητο για εμάς, πάντα μας ιντριγκάρει. Νομίζω ότι το πιο βαθύ επίπεδό του είναι ότι ο άνθρωπος έρχεται απόλυτα αντιμέτωπος με την ίδια του την τύχη κι ο καθένας αυτό το αντιμετωπίζει διαφορετικά. Κάποιους τους εξιτάρει τι φύλλο θα γυρίσουν ή πού θα πέσει η μπίλια στη ρουλέτα. Τους ερεθίζει η ιδέα του γρήγορου χρήματος σ’ ένα βράδυ. Μ’ έναν παράδοξο τρόπο, τη στιγμή που περιμένεις πού θα πέσει η μπίλια, είναι τόσο έντονο αυτό που βιώνεις μέσα σου, που νιώθεις θεός και μυρμήγκι ταυτόχρονα. Αυτή είναι η πιο επικίνδυνη αυταπάτη που καλλιεργεί ο τζόγος. Ολο το ζήτημα κρύβεται στον άνθρωπο, στην πίστη και στη μοίρα, πράγματα που δυστυχώς δεν μπορούμε να τα ορίσουμε, αλλά παρ’ όλα αυτά παλεύουμε να το κάνουμε. Ο άνθρωπος ευτυχώς έχει τη δυνατότητα να επιλέξει μονοπάτια. Υπάρχει όμως μια λεπτή γραμμή που την ξεπερνάς. Είναι αυτό που λέει πολύ ωραία ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη, όταν ψηλώνει ο νους, που νομίζεις ότι θέλεις να κατακτήσεις τη μοίρα, να κυριαρχήσεις επί αυτής, το οποίο απλά δεν μπορεί να συμβεί κι είναι μεγάλη αλαζονεία. Γι’ αυτό έχει και επιπτώσεις», καταλήγει ο Γιάννης Σύριος.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.