Το «Μεγαλείο» (La grazia, Ιταλία, 2025) σηματοδοτεί ακόμα μια συνεργασία του πολύτιμου ιταλού ηθοποιού Τόνι Σερβίλο με τον συντοπίτη του ναπολιτάνο σκηνοθέτη Πάολο Σορεντίνο – ένας ακόμα κρίκος στην αλυσίδα των επιτυχιών τους, από το «Il divo» με τον Σερβίλο στον ρόλο του Τζούλιο Αντρεότι ως την «Τέλεια ομορφιά», το αριστούργημα και των δύο (εξαίρεση ίσως η άστοχη βιογραφική ταινία για τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι «Loro»).

Σε πολιτικό πλαίσιο αλλά με ανθρώπινο κέντρο βάρους και αυτή η ταινία, εξετάζει την καθημερινότητα ενός ανθρώπου λίγο πριν από τον παροπλισμό: ο Σερβίλο υποδύεται έναν πρώην δικαστή και πολιτικό, αξιοσέβαστο από όλους και πρότυπο ηθικής και τιμιότητας, ο οποίος έχει φτάσει στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας στην Ιταλία. Τα καθήκοντά του, ωστόσο, τον έχουν φέρει σε μια κατάσταση βαριεστημάρας, αφού βλέπει το νόημα να χάνεται πίσω από τη βιτρίνα μιας επιτηδευμένης και άδειας ευπρέπειας.

Παρ’ όλ’ αυτά, η ρουτίνα της καθημερινότητας, στην οποία έντονη παρουσία έχει η ανάμνηση της πεθαμένης μεν αλλά λατρεμένης γυναίκας του, πυροδοτείται από μια απόφασή του που πρέπει να παρθεί, η οποία είναι το γρανάζι που επιτρέπει στην ταινία να κυλά με συνοδηγό της το σασπένς. Πρέπει να υπογράψει ή να μην υπογράψει ένα νομοσχέδιο περί νομιμοποίησης της ευθανασίας, όπως και δύο αιτήματα προεδρικής χάρης που σχετίζονται με εγκλήματα τα οποία έγιναν μέσα σε συνθήκες «ανθρώπινης απόγνωσης».

Ο Σορεντίνο, που έγραψε το σενάριο, δουλεύει πολύ προσεκτικά την αφήγηση και δεν επιτρέπει να ξεφύγει τίποτα από πιθανές χαραμάδες. Η ιστορία είναι συμπαγής, ολοκληρωμένη και τόσο ακριβής στον στόχο της που τελικά σχεδόν δεν θέλεις να τελειώσει. Και ο Σερβίλο, μέσα σε αυτόν το καλά δομημένο κόσμο που έχει χτίσει ο σκηνοθέτης, κινείται με τέτοια ελευθερία και άνεση, που δεν σου επιτρέπει να πάρεις από πάνω του τη ματιά σου, ακόμα και όταν το μόνο που κάνει είναι να ρουφά με όρεξη μια τζούρα από το τσιγάρο του!

Stand up… αυτοψυχοθεραπεία

Στους θεοπάλαβους καιρούς μας, η ευτυχία στις σχέσεις είναι όνειρο απατηλό σύμφωνα με την τελευταία ταινία του Μπράντλεϊ Κούπερ «Παίζει ακόμα» (Is this thing on, HΠA, 2026). «Οσο και να προσπαθήσεις, οι σχέσεις είναι βαμπίρ» ακούμε.

«Ή θα σε ρουφήξουν μέσα τους για να γίνεις κι εσύ βαμπίρ ή θα σε σκοτώσουν». Τρανό παράδειγμα ο Αλεξ (Γουίλ Αρνέτ), ο οποίος βρίσκεται στα πρόθυρα χωρισμού με την Τες (Λόρα Ντερν) και μιλάει για αυτό το θέμα δημόσια, καθώς, χωρίς να της το έχει πει ποτέ, ασχολείται ερασιτεχνικά με τη stand up κωμωδία. Ο Αλεξ λέει ιστορίες για τη ζωή του μπροστά σε ένα ζωντανό κοινό το οποίο δεν γελάει και τόσο με αυτά που ακούει. Με την προσωπική του εκδοχή της ταινίας «Ενα αστέρι γεννιέται», ο Μπράντλεϊ Κούπερ, το 2018, απέδειξε ότι ως κινηματογραφική περσόνα έχει σοβαρές σκηνοθετικές ανησυχίες, οι οποίες αργότερα φάνηκαν και στο «Maestro» (2023).

Οι ανησυχίες αυτές εξακολουθούν να υφίστανται στην ταινία «Παίζει ακόμα», που είναι μια γενναία βουτιά στον κυκεώνα των ανθρώπινων σχέσεων, τόσο περίπλοκες πλέον που, όπως η ταινία επισημαίνει, ακόμα και η stand up κωμωδία αποκτά μια μορφή αυτοψυχοθεραπείας. Επίσης, εδώ το film making του Κούπερ είναι εντελώς διαφορετικό από τις δύο προηγούμενες ταινίες του και βλέπεις εμφανείς τις επιρροές από το ρεαλιστικό σινεμά του Τζον Κασσαβέτη – ακόμα και στον χειρισμό της κάμερας στο χέρι και τα γκρο πλαν στα πρόσωπα μέσα σε όλη τη «γύμνια» τους.

Ενώ όμως το περιεχόμενο της ταινίας έχει μεγαλύτερη επικαιρότητα σε σχέση με εκείνο των δύο προηγούμενων ταινιών του Κούπερ, δεν έχει την ευελιξία ή ακόμα και τη χάρη τους· ως ταινία δεν μπορεί ποτέ να γίνει πραγματικά ελκυστική. Θαυμάζεις την προσπάθεια, εκτιμάς το γεγονός ότι όλοι δούλεψαν με πάθος, αλλά κάπου σου δίνεται η αίσθηση ότι πνίγεσαι ενώ βυθίζεσαι μαζί της στην κινούμενη άμμο της υστερίας και της νεύρωσης, του άγχους και του στρες.

Ο δρόμος που ορίζει η ψυχή

Ποτέ δεν γίνεται απολύτως ξεκάθαρο ποια θέση θέλει να πάρει το παράξενο αλλά και ενδιαφέρον οικογενειακό δράμα «Ολες οι Κυριακές» (Los domingos, Ισπανία, 2025) της Αλάουντα Ρουίθ ντε Αθούα και αυτή ακριβώς η αντικειμενικότητα μπορεί να είναι και το «πονηρό» ατού της (όπως και ο λόγος για τον οποίο η ταινία έκανε τόσο μεγάλη αίσθηση στη χώρα παραγωγής της). Εξετάζει τις «συνέπειες» που θα έχει η απόφαση μιας ορφανής από μητέρα έφηβης, της Αϊνάρα (Μπλάνκα Σορόα), να κλειστεί σε μοναστήρι.

Παρότι το κορίτσι ζει τα πρώτα του ερωτικά σκιρτήματα και είναι πανέξυπνο με λαμπρό μέλλον σε ό,τι αφορά τις σπουδές, θέλει να τάξει τη ζωή της στον Θεό. Ποια λοιπόν θα μπορούσε όμως να είναι η αντίδραση του οικογενειακού περίγυρού της απέναντι σε αυτή την απόφαση; Ο πελαγωμένος πατέρας (Μιγκέλ Γκαρσές) προσπαθεί να δει την κατάσταση όσο πιο ορθολογιστικά μπορεί, αλλά ο εαυτός του είναι εκείνος που τον ενδιαφέρει περισσότερο.

Τελικά, το πρόσωπο-κλειδί της ιστορίας είναι η αδελφή του πατέρα και θεία της Αϊνάρα (η πολύ καλή ηθοποιός Πατρίθια Λόπες Αρνάιθ), η οποία δεν μπορεί με τίποτα να δεχτεί αυτή την απόφαση και με έναν κάπως υπερβολικό φανατισμό μάχεται εναντίον αυτής της απόφασης, όπως και της ίδιας της θρησκείας. Η Ρουίθ ντε Αθούα κοιτάζει βαθιά μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον της Αϊνάρα, στη ζωή στο σπίτι, ένα σπίτι πολύ μεγάλο, το οποίο μοιράζεται τόσο η δική της οικογένεια (έχει δύο μικρότερες αδελφές) όσο και η οικογένεια της θείας, που είναι παντρεμένη και μητέρα ενός παιδιού (ανάμεσά τους υπάρχει και μια γιαγιά).

Το φιλμ είναι καθολικό (αυτό που ωθεί την κοπέλα στην αφοσίωσή της στον Θεό δεν εξηγείται ποτέ) αλλά και αποστασιοποιημένο. Θέτει απλώς στο τραπέζι όλα τα δεδομένα για να αποφασίσει ο καθένας μας. Προσωπικά θεωρώ προτιμότερο όλων το παιδί να πάρει τον δρόμο που ορίζει η ψυχή του. Και όπου πάει.

Ο μαγνητικός σενσέι Μουρίκης

«Το τζούντο είναι επαφή» λέει και ξαναλέει ο σενσέι Γιούρι στους μαθητές του (σ.σ.: σενσέι σημαίνει δάσκαλος – εκπαιδευτής – μέντορας στις πολεμικές τέχνες). Ο Γιούρι είναι διαρκώς αυστηρός, έχει ξεχάσει τι σημαίνει χαμόγελο (αν το έμαθε και ποτέ) και δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του. Και επειδή τον υποδύεται ο Βαγγέλης Μουρίκης, του οποίου το στυλ παιξίματος όπως και το ύφος δεν αλλάζουν ποτέ, ο Γιούρι είναι επίσης ο παλμός της ταινίας «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ» (Eλλάδα, 2025) του Γιώργου Γεωργόπουλου (για την ακρίβεια, ο Γιούρι θα μπορούσε να είναι αυτό που θα είχε γίνει ο Στράτος στη συνέχεια της ταινίας «Το μικρό ψάρι» του Γιάννη Οικονομίδη, αν φυσικά δεν είχε πεθάνει στο φινάλε της). Είναι τόσο έντονη, τόσο ηλεκτρισμένη και τόσο μαγνητική η παρουσία του Μουρίκη, που η ίδια ταινία με οποιονδήποτε άλλο έλληνα ηθοποιό στη θέση του έχω την εντύπωση ότι δεν θα μου είχε προκαλέσει την ίδια αίσθηση. Ο σενσέι Γιούρι αναφέρεται κυρίως στη σωματική επαφή, αλλά η επαφή με την ευρύτερη έννοια είναι το ουσιαστικό θέμα της ταινίας του Γεωργόπουλου. Η Πάττυ (Μωρτ Κλωναράκη), της οποίας την εκπαίδευση ο Γιούρι έχει αναλάβει, δεν καλείται να παλέψει μόνο στο ρινγκ της πολεμικής τέχνης τζούντο, αλλά και στην αρένα του συναισθηματικού κόσμου της, όπου αντίπαλος είναι – κυρίως – ο εαυτός της. Στην ουσία μιλάμε για μια απλή ιστορία χαρακτήρων μέσα σε έναν αθλητικό χώρο· μια ταινία που ακολουθεί τη λογική του «Καράτε Κιντ» εμβαθύνοντας, όμως, πολύ πιο ουσιαστικά στους ήρωές της.

Ακυκλοφόρητος Ελβις

Μια ακόμη ταινία για το φαινόμενο Ελβις Πρίσλεϊ τι νόημα, άραγε, θα είχε μετά τον σχετικά πρόσφατο «Elvis» (2022) του Μπαζ Λούρμαν, που είναι ίσως και η πιο ενδιαφέρουσα μυθοπλασίας που έχει γυριστεί ποτέ για το απόλυτο είδωλο της ποπ; Κανένα. Ομως να που ο ίδιος ο Λούρμαν, ένας παθιασμένος όπως έχει ο ίδιος παραδεχτεί φαν του Πρίσλεϊ, επέστρεψε με κάτι διαφορετικό. Το ντοκιμαντέρ «EPiC: Elvis Presley in Concert» (ΗΠΑ/Αυστραλία, 2025) αποκαλύπτει έναν Ελβις Πρίσλεϊ έτσι όπως δεν τον έχουμε δει ποτέ πριν σε οθόνη – μεγάλη ή μικρή. Και αυτό επειδή περιέχει εικόνες του The King από συναυλίες στο Λας Βέγκας ή ηχογραφήσεις σε στούντιο οι οποίες ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχαν δοθεί στη δημοσιότητα. Διάρκειας 100 λεπτών, το ντοκιμαντέρ παρήχθη μέσα από 59 (!) ώρες χαμένου, μέχρι πρόσφατα, υλικού· εικόνες κυρίως από συναυλίες του Πρίσλεϊ στο Λας Βέγκας στην περίοδο 1969-1976 (ο Πρίσλεϊ πέθανε το 1977). Το εν λόγω υλικό ήρθε στα χέρια του αυστραλού σκηνοθέτη την περίοδο που έκανε την προετοιμασία για τον δικό του «Elvis». Φυσικά, υπάρχουν και σκηνές που βλέπουμε τον Ελβις να μιλάει, είτε για τα πρώτα του χρόνια και την αχαλίνωτη αγάπη του για τη μητέρα του είτε για τις θρυλικές κινήσεις του που επηρέασαν εκατομμύρια φαν, αντανακλώντας όλους τους σωματικούς και συναισθηματικούς τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι αντιδρούν γενικότερα στη μουσική. Δεν θα περάσει περισσότερο από μισή ώρα και η ταινία θα «ηλεκτριστεί» με σκηνές προβών και παραστάσεις του Πρίσλεϊ στο Λας Βέγκας, που για τα τελευταία χρόνια της ζωής του θα ήταν το μόνιμο στέκι του.

Επίσης στις αίθουσες

Προβάλλονται επίσης η ταινία τρόμου «Scream 7» (ΗΠΑ, 2026) του Κέβιν Γουίλιαμσον, τελευταίος (μέχρι σήμερα) κρίκος της αλυσίδας ταινιών «Scream», και πάλι με τη Νιβ Κάμπελ, που ξαναζεί τον τρόμο της νιότης της αλλά πλέον ως μητέρα, το κινούμενο σχέδιο «Τσάρλι: Ο σούπερ σκύλος» (Charlie the wonderdog, Καναδάς, 2025) του Σέα Γουέιτζμαν, και ο τίτλος τα λέει όλα, όπως και το ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Τράγγαλου «Ολοι οι ρεμπέτες του ντουνιά» (Ελλάδα, 2020) πάνω στη μουσική δράση του σύγχρονου σχήματος ρεμπέτηδων The Famous SOAS Rebetiko Band.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.