Στην κορυφή της λεωφόρου Καισαριανής, στα σκοτεινά χρόνια της γερμανικής κατοχής στην Αθήνα, βρισκόταν το σχολείο του Ελευθέριου Βενιζέλου, το οποίο λειτούργησε για τα παιδιά της περιοχής ως μια σανίδα σωτηρίας, καθώς εκεί στεγαζόταν ο Ερυθρός Σταυρός. Ενα ποτήρι γάλα – έστω και σκόνη – και ένα πιάτο φαγητό ήταν αρκετά για να τα κρατήσουν στη ζωή. Ανάμεσα σ’ αυτά τα παιδιά ήταν και ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας, ο σπουδαίος φωτογράφος που μας έδωσε ανυπέρβλητα τεκμήρια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Η καθημερινή του ρουτίνα ήταν να περνά από το σπίτι της θείας του, να παίρνει τα δύο παιδιά της, τον Βαγγέλη και την Ελένη, και πιασμένοι χέρι χέρι να ανεβαίνουν τη λεωφόρο Καισαριανής για να κάνουν ξανά τον κύκλο της επιβίωσης – να πάρουν το σωτήριο γεύμα τους. «Υπήρχε πείνα και θάνατος παντού γύρω μας. Είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε καρότσια του δήμου να φορτώνουν ανθρώπους που είχαν πεθάνει στον δρόμο από πείνα και να τους μεταφέρουν σε ομαδικούς τάφους στο Νεκροταφείο της Καισαριανής. Αυτά τα θυμάμαι έντονα, σαν να συμβαίνουν τώρα μπροστά μου». Αυτές δεν ήταν οι μόνες δυνατές σκηνές που σφράγισαν την παιδική του μνήμη.

Τα καμιόνια με τους εκτελεσθέντες

Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η διαδρομή τους εκείνο το πρωινό της 1ης Μαΐου του 1944 θα γινόταν κομμάτι της ιστορίας και του συλλογικού τραύματος της χώρας. Ηταν μόλις επτά ετών και αγνοούσε πως εκείνη τη μέρα θα γινόταν μάρτυρας ενός από τα πιο σκληρά κομμάτια της ελληνικής ιστορίας. Τα καμιόνια με τους εκτελεσθέντες πέρασαν από μπροστά του και άφησαν, όπως λέει, μια ανεξίτηλη και ταραγμένη εικόνα στη συνείδησή του, μια φρίκη που δεν θα έφευγε ποτέ. Με αφορμή τα πρόσφατα φωτογραφικά ντοκουμέντα που κυκλοφόρησαν διηγείται όσα έζησε μαζί με τα δυο του ξαδέρφια.

«Για να πάμε στον Ερυθρό Σταυρό έπρεπε να περάσουμε από τον κεντρικό δρόμο, που ξεκινάει από τα σύνορα του Παγκρατίου και φτάνει μέχρι το Νεκροταφείο της  Καισαριανής. Τότε λεγόταν Βασιλέως Κωνσταντίνου. Περάσαμε μπροστά από τους γερμανούς στρατιώτες, οι οποίοι είχαν στήσει πολυβόλα και από τις δύο πλευρές του δρόμου. Εμείς που ήμασταν παιδιά περνούσαμε πιο εύκολα, ενώ στους μεγάλους έκαναν τρομερό έλεγχο. Φαινόταν ότι κάτι πολύ κακό θ’ ακολουθούσε, αλλά το παιδικό μυαλό μας δεν μπορούσε να το φανταστεί. Οταν φτάσαμε στην κεντρική πλατεία όπου βρίσκεται η μια εκκλησία – της Παναγίτσας, έτσι λέγεται –, είδαμε να έρχονται καμιά δεκαριά γερμανικά καμιόνια φορτωμένα με ανθρώπους. Δεν ξέραμε πού τους πηγαίνουν. Τους ακούγαμε να τραγουδάνε διάφορα απελευθερωτικά τραγούδια. Από τα τελευταία καμιόνια έφτανε στ’ αφτιά μας ο εθνικός ύμνος. Μας προσπέρασαν και ύστερα από δύο τρία τετράγωνα έστριψαν δεξιά. Κατάλαβα ότι τους οδηγούσαν στο σκοπευτήριο».

Αγέρωχοι, περήφανοι με τα χέρια ψηλά

Ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας με τα δυο του ξαδέρφια συνέχισαν τον δρόμο τους για τον Ερυθρό Σταυρό να πάρουν το καθημερινό τους γεύμα. «Επειτα από δύο ώρες ήρθε ένας υπεύθυνος του Ερυθρού Σταυρού και μας είπε να φύγουμε αμέσως για το σπίτι μας. Συνήθως καθόμασταν περισσότερο. Οταν τον ρωτήσαμε γιατί, μας είπε μόνο ότι ίσως γίνουν φασαρίες στους δρόμους. Φυσικά και γνώριζαν για τις εκτελέσεις, υποψιαζόταν ότι θα γίνουν μάχες στους δρόμους και ήθελαν να μας προστατεύσουν». Υπακούοντας στις οδηγίες του υπευθύνου, πήραν τον δρόμο της επιστροφής. «Είδαμε ξανά στο σημείο της εκκλησίας τα ίδια καμιόνια, χωρίς όμως ν’ ακούγεται τίποτα. Πρόσεξα ότι όλα τα καμιόνια έσταζαν αίμα και σχημάτιζαν πάνω στην άσφαλτο αυλάκι.Σοκαρίστηκα. Μάθαμε ότι τους εκτέλεσαν οι Γερμανοί.

Το θλιβερό είναι, όπως όλοι γνωρίζαμε, ότι οι 200 είχαν συλληφθεί επί καθεστώτος Μεταξά. Οταν ήρθαν οι Γερμανοί, θα μπορούσαν να τους είχαν απελευθερώσει. Για μένα είναι ήρωες και δεν εξετάζω τα φρονήματά τους – αν ήταν αριστεροί, δεξιοί ή κεντρώοι. Ετυχε να είναι αριστεροί. Εμένα μ’ ενδιαφέρει η στάση των Ελλήνων που τους άφησαν στο έλεος των Γερμανών. Τους βασάνισαν και στο τέλος τους εκτέλεσαν, αλλά δεν κατάφεραν να κάμψουν το ηθικό τους. Αυτό ήταν το μήνυμα εκείνης της γενιάς που είχε το σθένος να χλευάζει τον θάνατο και πάνω από αυτόν να βάζει τα υψηλά της ιδεώδη. Ηταν σαν να έλεγαν “να στέκεστε όρθιοι”. Και αυτό το βλέπουμε και στις φωτογραφίες που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας. Αγέρωχοι, περήφανοι με τα χέρια ψηλά. Είδα σε κάποιες ότι είχαν το στόμα τους ανοιχτό που σημαίνει ότι είτε τραγουδούσαν είτε έβριζαν τους Γερμανούς. Ή και τα δύο. Αυτές οι σκηνές που έζησα εκείνη την ημέρα, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, θέλω να τις διηγούμαι – όπως και για το Πολυτεχνείο».

Η πρώτη που άκουσε την τρομερή ιστορία που είχε ζήσει εκείνο το πρωινό της 1ης Μαΐου του 1944 ήταν η μητέρα του Αριστοτέλη Σαρρηκώστα: «Αφησα τα ξαδέρφια μου στο σπίτι και πήγα στη μητέρα μου και της διηγήθηκα τι πέρασε μπροστά από τα παιδικά μου μάτια. Θυμάμαι την αντίδραση της μητέρας μου: “Παιδάκι μου, δεν έπρεπε να τα δεις αυτά”. Αλλά η βία και οι ωμές πράξεις θανάτου δεν ήταν οι μοναδικές που ζήσαμε ως παιδιά. Οταν αντίκρισα τις σκληρές των 200 της Καισαριανής, ήμουν επτά ετών. Στον Εμφύλιο ήμουν λίγο μεγαλύτερος, όταν δίπλα μας ο ένας σκότωνε τον άλλον. Οι εποχές εκείνες ήταν αδυσώπητες».

Τρεις Εβραίοι ανάμεσα στους εκτελεσθέντες

Τρεις έλληνες Εβραίοι περιλαμβάνονται στους 200 εκτελεσθέντες της Καισαριανής, σύμφωνα με ανακοίνωση που εξέδωσε χθες το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος. Συγκεκριμένα, ανάμεσα στους εκτελεσθέντες ήταν ο Καράσσο Μωυσής, από τη Θεσσαλονίκη, έμπορος (ή υποδηματεργάτης), στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, προηγουμένως εξόριστος στην Ανάφη, ο Περαχιά Ανρί, από τη Θεσσαλονίκη, εργάτης, στέλεχος του μαρξιστικού ρεύματος κατά τον Μεσοπόλεμο, υποψήφιος βουλευτής στις επαναληπτικές εκλογές Θεσσαλονίκης το 1933, ο οποίος εξέδιδε την εφημερίδα «Προλετάριος» στα ελληνικά και στα λαντίνο (ισπανοεβραϊκά) και είχε ιδρύσει το Ακαδημαϊκό Βιβλιοπωλείο, ενώ ήταν στη συνέχεια εξόριστος/έγκλειστος στην Ακροναυπλία, και ο Εζρατής Αλμπέρτος, από τη Θεσσαλονίκη, τσαγκάρης, προηγουμένως εξόριστος/έγκλειστος στην Ακροναυπλία. Οι άνθρωποι αυτοί, σύμφωνα με την ανακοίνωση, «ήταν ανάμεσα στους χιλιάδες έλληνες Εβραίους που συμμετείχαν στον αγώνα κατά του φασισμού και του ναζισμού, είτε εντασσόμενοι στις μονάδες του Ελληνικού Στρατού στον ελληνοϊταλικό πόλεμο είτε και στην Εθνική Αντίσταση κατά των γερμανών κατακτητών».

«Η ιστορική μνήμη των 200 αντιστασιακών που εκτελέστηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής το 1944 ζωντανεύει μέσα από φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν και σύντομα θα ενταχθούν στο αρχειακό υλικό που τεκμηριώνει τις θηριωδίες που διέπραξαν οι Ναζί κατά τη διάρκεια της Κατοχής της χώρας μας», επισημαίνεται. Παράλληλα το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος εκφράζει την ικανοποίησή του για την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης, το φωτογραφικό υλικό να περιέλθει στην κυριότητα της Ελληνικής Πολιτείας, διότι «θα συμβάλει καταλυτικά όχι μόνο στην εμβάθυνση της ιστορικής έρευνας, αλλά θα εμπλουτίσει το φορτίο της μνήμης που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, ώστε το κοινό σημείο αναφοράς να είναι η θωράκιση της αξίας της ελευθερίας, απέναντι στη μισαλλοδοξία, στον ολοκληρωτισμό και στον τυφλό φανατισμό που επιτίθενται στη σύγχρονη κοινωνία».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.