Εχει δηλώσει ότι η ήττα της Ουκρανίας είναι «αναπόφευκτη» και ότι θα είναι «και δική μας ήττα». Ο μόνος τρόπος να αποτρέψουμε τα χειρότερα; Να προετοιμαστούμε για αυτά. Διευθυντής ερευνών στην Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών της Γαλλίας (EHESS), ειδικός στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη μελέτη της στρατιωτικής εμπειρίας, ο γάλλος ιστορικός Στεφάν Οντουάν-Ρουζό χρησιμοποιεί τη συγκριτική ιστορία για να δείξει πώς οι ήττες και οι στρατηγικές αδυναμίες επαναλαμβάνονται στον χρόνο.
Τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή, θεωρείτε πως η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ιστορική αποτυχία, συγκρίσιμη με τις χαμένες ευκαιρίες αποτροπής της δεκαετίας του 1930;
Εδώ και έναν χρόνο λέω δημόσια στη Γαλλία ότι η Ουκρανία έχει χάσει τον πόλεμο. Στην αρχή υπήρξαν έντονες αντιδράσεις. Σήμερα πια όχι: όλοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι, δυστυχώς – και το λέω αυτό γιατί στηρίζω με θέρμη την Ουκρανία – δεν θα μπορέσει να ανακτήσει τα εδάφη που έχασε τις πρώτες ημέρες του πολέμου.
Η απώλεια του 20% της επικράτειάς της συνιστά, προφανώς, ήττα, έστω κι αν μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι, σε στρατηγικό επίπεδο, η Ρωσία δεν πέτυχε όλους τους στόχους της και ότι η επόμενη ημέρα ίσως αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολη γι’ αυτήν – με άλλα λόγια, ότι μπορεί να κέρδισε τακτικά, δεν κέρδισε όμως και στρατηγικά.
Παρά ταύτα, πράγματι, αυτή η ουκρανική ήττα είναι και δική μας. Δεν πιστέψαμε ότι η Ρωσία θα προχωρούσε στην επίθεση της 24ης Φεβρουαρίου – και επομένως δεν εξοπλίσαμε εγκαίρως την Ουκρανία.
Υπό αυτή την έννοια, ναι, η εξέλιξη αυτή θυμίζει τις αποτυχίες των δημοκρατιών τη δεκαετία του 1930: την απουσία αντίδρασης στην επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας στη Γερμανία το 1935, την επαναστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας το 1936, τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο.
Εχετε καμιά φορά την αίσθηση ότι δεν θέλαμε ποτέ πραγματικά να νικήσει η Ουκρανία, αλλά απλώς να μην ηττηθεί;
Ακριβώς. Υποχρεώσαμε την Ουκρανία να πολεμήσει με το ένα χέρι δεμένο πίσω από την πλάτη. Της προσφέραμε σημαντική βοήθεια, αλλά πάντοτε ανεπαρκή και συχνά καθυστερημένη. Ετσι, της επιτρέψαμε να αντέξει – και μάλιστα εντυπωσιακά – επί τέσσερα χρόνια, όχι όμως και να κερδίσει.
Κάνετε μια πολύ ενδιαφέρουσα σύγκριση ανάμεσα στη Ρωσία μετά την πτώση της ΕΣΣΔ και στη Γερμανία μετά την ήττα του 1918. Θα μπορούσατε να αναπτύξετε τα βασικά της σημεία;
Τη σύγκριση αυτή την οφείλω στον Ρεϊμόν Αρόν και στο βιβλίο του τού 1951, «Αλυσιδωτοί πόλεμοι».
Υποστήριζε εκεί πως ήταν αναγκαίο να ηττηθεί η Σοβιετική Ενωση – «το τέρας», όπως τη χαρακτηρίζει – χωρίς όμως να της επιτραπεί να αντλήσει μέσα από το αίμα που θα χυνόταν μια νέα δύναμη. Ο Αρόν είχε κατά νου τη γερμανική ήττα του 1918· είχε άλλωστε διδάξει στη Γερμανία από το 1930 έως το 1933. Η ήττα εκείνη δεν βιώθηκε ως πραγματική και αδιαμφισβήτητη, δεν έγινε «παραδεκτή» από τους Γερμανούς, και έτσι λειτούργησε ως γόνιμο έδαφος για την άνοδο του ναζισμού.
Κάτι ανάλογο συνέβη, κατά τη γνώμη μου, και με τη Ρωσία: ηττημένη στον Ψυχρό Πόλεμο, επί Πούτιν άντλησε μια νέα, εκδικητική ενέργεια, η οποία εκδηλώνεται ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Παρά τα προειδοποιητικά σημάδια – την πρώτη προεδρία Τραμπ, τέσσερα χρόνια πολέμου στην Ουκρανία και κατόπιν την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία – η Ευρώπη παραμένει απολύτως εξαρτημένη από τις ΗΠΑ για την ασφάλειά της και, προς το παρόν, ανίκανη να διασφαλίσει μόνη την άμυνά της. Επιτρέψτε μου μια εσκεμμένα προκλητική ερώτηση: έχει μέλλον η ΕΕ όσο ανέχεται στο εσωτερικό της αυτό που ορισμένοι αποκαλούν «πέμπτη φάλαγγα» του Βλαντίμιρ Πούτιν; Ή, για να το θέσω διαφορετικά, υπάρχει άλλο μέλλον για αυτήν πέραν της ομοσπονδιοποίησης;
Η αδυναμία της Ευρώπης, ήδη από τις πρώτες επιθετικές κινήσεις της Ρωσίας – τη Γεωργία το 2008, την προσάρτηση της Κριμαίας και την εξέγερση στο Ντονμπάς το 2014 – υπήρξε έκδηλη.
Παραμένει ανίκανη να διασφαλίσει την άμυνά της χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες, για τον απλό λόγο ότι… δεν συγκροτήθηκε γι’ αυτόν τον σκοπό! Είναι ένα πολιτικό οικοδόμημα που δημιουργήθηκε ακριβώς για να αποτρέψει τον πόλεμο στην Ευρώπη· συνεπώς δεν είναι εξοπλισμένη για να αντιμετωπίσει μια σοβαρή διεθνή κρίση όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα.
Σε μια Ευρώπη η οποία ήδη εμφανίζεται βαθιά διχασμένη απέναντι σε έναν αντίπαλο που μας στοχοποιεί ανοιχτά, το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: αφού η ήττα της Ουκρανίας είναι και δική μας ήττα, θα μπορέσει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα να αντέξει ένα τέτοιο πλήγμα;
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι βρισκόμαστε στο επίκεντρο μιας «τέλειας καταιγίδας»: ένας τραμπισμός που εσείς προσωπικά παραλληλίζετε με τον φασισμό, μια εμφανής σύμπλευση τραμπισμού και πουτινισμού, μια Ρωσία, όπως χαρακτηριστικά λέτε, πιο επικίνδυνη από ό,τι ήταν η Σοβιετική Ενωση, και μια Ευρώπη σε άρνηση. Κανέναν λόγο να αισιοδοξούμε έχουμε;
Κανένα. Η αισιοδοξία, αυτή τη στιγμή, μοιάζει περισσότερο με ευσεβή πόθο παρά με ρεαλιστική εκτίμηση. Το ουσιώδες είναι να συνειδητοποιήσουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες το μέγεθος του κινδύνου που μας απειλεί. Δεν αναφέρομαι εδώ στις χώρες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες γνωρίζουν εδώ και καιρό τι διακυβεύεται και προετοιμάζονται ενεργά για το χειρότερο. Ισως αυτός να είναι και ο μόνος τρόπος για να το αποτρέψουμε.






