Η πρόγκα ήταν οργανωμένη. Μόλις ο Αδωνις Γεωργιάδης μπήκε στον χώρο του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Νίκαιας, διαδηλωτές τον περίμεναν με γιουχαΐσματα. «Ούουου, ρε» και «Αίσχος» ήταν οι πρώτες ιαχές, ταυτόχρονα με διάφορα αντικείμενα που εκσφενδονίζονταν προς το μέρος του υπουργού. Εκείνος, κατά τη συνήθειά του, πλησίασε κάποιους που κρατούσαν τα πανό και προσπάθησε να συνομιλήσει μαζί τους. Μίλησε με μια κυρία, κάτι της είπε που δεν ακούγεται, και εκείνη απάντησε ουρλιάζοντας «με τα ΜΑΤ;», κατηγορώντας τον επειδή πήγε στο νοσοκομείο με συνοδεία δυνάμεις της Αστυνομίας.
Αμέσως μετά, διάφοροι διαδηλωτές, ποιος ξέρει αν ήταν γιατροί ή νοσηλευτές, κραυγάζοντας εναντίον του υπουργού βρισιές και τον χαρακτηρισμό «φασίστα», προσπαθούσαν με τη βία να τον απωθήσουν. Στόχος τους ήταν ο πολιτικός προϊστάμενος των εργαζομένων στην υγεία να μην μπει στο νοσοκομείο, γι’ αυτό και φώναζαν «έξω, έξω». Η κατάσταση ήταν έκρυθμη και, προφανώς, σε τέτοιες συμπλοκές, κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για τη σωματική ακεραιότητα ενός προσώπου που είναι στόχος ενός, έστω και τεχνητά εξαγριωμένου, όχλου. Οι αστυνομικοί μπήκαν μπροστά, επειδή αυτή είναι η δουλειά τους, εισπράττοντας αδιανόητα βρισίδια, για τους ίδιους και το επάγγελμά τους, τα οποία δεν γράφονται. Δεν ήταν σύγκρουση διαδηλωτών με τα ΜΑΤ, δεν είναι το ίδιο: ήταν μια προσπάθεια ενός όχλου κατά δυνάμεων του συντεταγμένου κράτους, τα οποία είχαν αρμοδιότητα να προστατέψουν έναν υπουργό από τραμπούκους που κινούνταν εναντίον του. Ο φανατισμός ήταν τόσος ώστε ο όχλος συγκρουόταν στα ίσια με τους αστυνομικούς. Κάνα δυο πηδούσαν προσπαθώντας να τους χτυπήσουν, πάνω από τις ασπίδες και τα κράνη. Ενας άρπαξε το πηλήκιο ενός αστυνομικού προϊσταμένου και το πέταξε. Τέτοια διάθεση βιαιοπραγίας δεν έχω ξαναδεί, ούτε και τόση σιγουριά ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν στο όνομα της διαμαρτυρίας, με βεβαιότητα ότι κανείς δεν θα έχει συνέπειες.
Ο υπουργός, επειδή έτσι οφείλει να κάνει, δεν έφυγε, όπως επιθυμούσαν οι συγκεντρωμένοι. Με την κάλυψη αστυνομικών, που είναι δουλειά τους να τηρούν τη νομιμότητα, μπήκε στο νοσοκομείο και έκανε τη δουλειά του. Παρά τον κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητά του, έπραξε σωστά. Αλίμονο αν ένας υπουργός υποχωρούσε στην (ανέξοδη, το επαναλαμβάνω) βία οργανωμένων ομάδων που θέλουν να στείλουν πολιτικό μήνυμα.
Οι ομάδες αυτές, κατά τον Αδωνη Γεωργιάδη, ανήκουν στο ΚΚΕ και σε ένα αριστερίστικο κομματίδιο με πολύ μικρή δύναμη και με πολύ δυνατές φωνές. Είναι χώροι που έχουν μάθει την αναταραχή της κοινωνικής ζωής, αυτό είναι το μοναδικό πολιτικό όπλο τους. Οι τρόποι τους είναι η βία, η προπέτεια και η ρατσιστικού τύπου απαξίωση προσώπων επειδή δεν συμφωνούν πολιτικά μαζί τους και το μίσος εναντίον ιδεών που δεν τους εκφράζουν. Εκμεταλλεύονται στο έπακρον τη δημοκρατία, και ιδίως της ανοχή της, για να προκαλέσουν ρήγματα στη λειτουργία της, επειδή δεν πιστεύουν στη δημοκρατία και αν μπορούσαν θα την είχαν καταλύσει.
Αυτό που επίσης μου κάνει εντύπωση είναι η συστράτευση (σιωπηλή, ίσως όμως όχι μόνο σιωπηλή) με αυτές τις πρακτικές των υπολοίπων κομμάτων της αντιπολίτευσης. Τίποτα δεν έμαθαν από την προηγούμενη δεκαετία, όταν κυριάρχησαν το μίσος και η εθελοτυφλία. Μερικοί, μάλιστα, όπως το ΠΑΣΟΚ, ξέμαθαν κιόλας. Και σήμερα, έστω διά της σιωπής τους, φέρονται να επιβραβεύουν ιδεολογίες και πρακτικές που γιαούρτωναν και έδερναν συντρόφους τους, πριν τους στείλουν στη σέντρα της Novartis.
Θα το ξαναπώ: η βία και το μίσος δεν ταιριάζουν στη δημοκρατία.
Ο Αντώνης Μανιτάκης και οι αξίες μας
Ο Αντώνης Μανιτάκης, που πέθανε 82 χρόνων, ήταν μια λαμπρή περίπτωση νομικού, η ζωή του οποίου κινήθηκε γύρω από τη γενέθλια πόλη – παρόλο που ως καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ήταν διεθνής, με παρουσία στην ακαδημαϊκή ζωή της Γαλλίας, της Ιταλίας και των ΗΠΑ (το 1998-99 ήταν επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον). Αριστερός δημοκράτης, ήταν σπουδαίος δάσκαλος – κάτι που θυμήθηκαν, με αφορμή την εκδημία του, και οι συνάδελφοί του και οι φοιτητές του. Κι όταν χρειάστηκε, τη δύσκολη περίοδο της χρεοκοπίας και της κοινωνικής αναταραχής που έφερε στη χώρα ο λαϊκισμός την περασμένη δεκαετία, ανέλαβε κυβερνητικό πόστο, στην τρικομματική κυβέρνηση Σαμαρά – ενώ συμμετείχε με υπουργικό αξίωμα σε δύο ακόμα υπηρεσιακές κυβερνήσεις.
Πριν από λίγο καιρό μιλούσαμε για τις εξελίξεις στο παγκόσμιο σκηνικό. «Βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεταβατική περίοδο», έλεγε, «που, ενώ ξεκίνησε με τη φιλελεύθερη αμφισβήτηση της κρατικής εξουσίας […] καταλήγει στις μέρες μας να αδυνατεί να υπερβεί την κρατική κυριαρχία. Ειδικά, μάλιστα, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον τις Μεγάλες κρατικές Δυνάμεις (ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία, Ευρωπαϊκή Ενωση και Ισραήλ διαμέσου των ΗΠΑ), η κρατική υπερδύναμη που διαθέτουν, εξοπλισμένη με τα πλέον εξελιγμένα μέσα της ψηφιακής τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει». Δεν κινδυνολογούσε. Ζητούσε, απλώς, εγρήγορση και έμφαση στις αξίες μας.
Αντίο, καθηγητά μας.






