«Στα ενενήντα περπατώ, στα εκατό θα φτάσω και μόνο τότε θα σκεφτώ αν πρέπει να γεράσω». Αυτό ήταν μότο ζωής για την Ελένη Αρβελέρ που έφυγε προχθές αφού συμπλήρωσε έναν, σχεδόν, αιώνα ζωής. Απόλυτα βιωματικό ωστόσο αφού υπήρξε, ως το τέλος, «κορίτσι». Δεν είναι εύκολο να περιγράψω αυτή τη συνθήκη αν και είχα την τύχη να γνωρίσω στη ζωή μου αρκετά «κορίτσια» μεγάλης ηλικίας. Γυναίκες που δεν έφεραν στη συμπεριφορά τους το βάρος των χρόνων τους και αυτό, βέβαια, δεν είχε να κάνει με την εξωτερική εμφάνιση.
Διότι, όσες ρυτίδες και να είχαν γύρω από τα μάτια, το σπινθηροβόλο βλέμμα τους με την, χαρακτηριστική της νιότης, περιέργεια, τις «έσβηνε» μέσα σε λίγα λεπτά, καλύτερα και από την πιο αποτελεσματική αισθητική επέμβαση. Ετσι ήταν και η Ελένη Αρβελέρ. Χωρίς ίχνος σοβαροφάνειας ή στόμφου αλλά με μία απόλυτα «ζυγισμένη» σοβαρότητα, μία ισορροπία που την έκανε να διαχειρίζεται ακόμη και τον τεράστιο πλούτο της γνώσης της με έναν τρόπο που δεν παρέπεμπε σε… σοφία. Σπαρταριστός λόγος, αμεσότητα και χρήση «ανεπίσημων» λέξεων που πολλοί θα έλεγαν ότι δεν ταίριαζαν σε μια επιστήμονα του δικού της κύρους. Και η ικανότητά της να μιλάει για πολύ σημαντικά θέματα με πολύ απλά λόγια.
Η Ελένη Αρβελέρ δεν άφησε ποτέ πίσω της το μικροκαμωμένο κορίτσι από τον Βύρωνα, το γρουσούζικο παιδί της οικογένειας όπως την έλεγαν, αφού την ημέρα που γεννήθηκε βούλιαξαν τα δύο φτωχοκάικα του πατέρα της. Και όσες φορές μιλήσαμε, κυρίως για τις ανάγκες κάποιου δημοσιογραφικού αφιερώματος, αναφερόταν συχνά σε εκείνο το κορίτσι. Θυμάμαι να μου μιλάει για την 28η Οκτωβρίου 1940, τότε που κατέβηκε τρέχοντας από τον Βύρωνα στο Σύνταγμα μαζί με όλη την τάξη της. Για ένα ποίημα, το πρώτο της, που έγραψε την ημέρα που έπεσε η Κορυτσά και δεν θυμόταν πια. Η φωνή της χρωματιζόταν από μία κοριτσίστικη φιλαρέσκεια, ανάμεικτη με συστολή, όταν έλεγε ότι ο Μάνος Χατζιδάκις την είχε ερωτευτεί την εποχή που ήταν και οι δύο στην ΕΠΟΝ.
Η Συμφωνία της Βάρκιζας και η προσωρινή τότε κατάργηση του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων τής επέτρεψε να μπει στο Πανεπιστήμιο, στο τμήμα της Ιστορίας. Δύσκολη συνθήκη για ένα φτωχοκόριτσο που είχε άμεση ανάγκη να δουλέψει. Πεισματάρα και αποφασισμένη να επιβιώσει, έγινε γραμματέας της Φρειδερίκης, θέση που κέρδισε λόγω των εξαιρετικών γαλλικών και αγγλικών της. Και όταν της επεσήμαιναν ότι αυτό ήταν κόντρα στην πολιτική ιδεολογία της, η απάντησή της ήταν αποστομωτική: «Θα πουλούσα και λεμόνια στην Ομόνοια». Θυμάμαι μάλιστα πως όταν την είχα ρωτήσει για την πρώτη της συνάντηση με τη Φρειδερίκη, μου είχε πει ότι την είχε δεχθεί στους κήπους των ανακτόρων όπου της προσέφερε τσάι. Ετσι όπως κάθονταν, η ίδια έβλεπε τους θάμνους που ήταν πίσω από τη βασίλισσα. Και, μισοκρυμμένος σε έναν θάμνο, ο Κωνσταντίνος, παιδάκι πέντε – έξι ετών τότε, έκανε γκριμάτσες και κορόιδευε τη μάνα του, προκαλώντας στην Ελένη Αρβελέρ γέλια που δυσκολευόταν να συγκρατήσει.
Αποτυπώματα
Η ακαδημαϊκή της καριέρα, η πρωτιά της, ως γυναίκα, στην κορυφή του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, η θέση της σε κορυφαία διεθνή ιδρύματα, η παγκόσμια αναγνώρισή της είναι γνωστά. Και όπως όλες οι εξέχουσες προσωπικότητες αμφισβητήθηκε από «όντα μικρά χρωματιστά μες στον καθρέφτη κλειδωμένα» όπως λέει ο Σαββόπουλος στον «Μπάλλο». Ας τα προσπεράσουμε ωστόσο όπως τα έχει προσπεράσει άλλωστε η ίδια η ζωή τους γι’ αυτό και ασχολούνται εμμονικά με τις ζωές των άλλων.
Η ευφυΐα της Αρβελέρ όμως ήταν κάτι συναρπαστικό. Οταν ανέλαβε το Μπομπούρ, επρόκειτο να «δανείσουν» κάποιους πίνακες για μια έκθεση σε μουσείο της Απω Ανατολής. Υπήρχε λοιπόν μια ανησυχία μήπως και αντικατασταθούν από αντίγραφα που ούτε το πιο έμπειρο μάτι δεν θα μπορούσε να ξεχωρίσει. Εκείνη τότε σκέφτηκε να ξεκορνιζάρουν τα έργα, να αφήσουν στο πίσω μέρος τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα και να τους κορνιζάρουν ξανά. Ετσι, στην επιστροφή, θα τσέκαραν αν οι πίνακες είχαν αντικατασταθεί.






