Ο πρώτος χριστιανός ηγεμόνας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Μέγας Κωνσταντίνος (306-337), το 330 μ.Χ. μετέφερε την αυτοκρατορική πρωτεύουσα από τη Ρώμη στο Βυζάντιο, το ανατολικότερο σταυροδρόμι του εμπορίου μεταξύ Ανατολής και Δύσης, και μετονόμασε το αρχαίο λιμάνι των Μεγαρέων σε Κωνσταντινούπολη. Το χριστιανικό, εν τέλει ελληνόφωνο, κράτος που κυβερνούσε από αυτή την πόλη οι μετέπειτα ιστορικοί ονόμασαν Βυζάντιο (330-1453), παρόλο που οι μεσαιωνικοί πολίτες της αυτοκρατορίας περιγράφονταν ως «Ρωμαίοι» και κληρονόμοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. ο χριστιανισμός αντικατέστησε τους θεούς της αρχαιότητας ως επίσημη θρησκεία του πολυπολιτισμικού κράτους. Κατά τον 4ο αι. εδραιώθηκε η «ορθόδοξη θεολογία», που ξεκίνησε από τους Αποστολικούς Πατέρες στα τέλη του 1ου αιώνα.

Αυτή η «βυζαντινή» θεολογία παρέμεινε πιστή στα δόγματα που καθορίστηκαν στις επτά πρώτες οικουμενικές συνόδους, επιδεικνύοντας σεβασμό στα γραπτά των Πατέρων της Εκκλησίας. Η βυζαντινή – ή ορθόδοξη – και η λατινική θεολογία διαφέρουν βαθιά· ασχολούνται με τα ίδια θέματα, αλλά τα αντιμετωπίζουν με διαφορετικό τρόπο, ο οποίος χωρίζει τη λατινική από την ορθόδοξη θεολογία· δεν πρόκειται τόσο για τα αντικείμενα της πίστης όσο περί νοοτροπίας και πνεύματος (esprit). Υπάρχει η άποψη ότι η ορθόδοξη θεολογία δεν είναι ιδιαίτερα συστηματική και είναι μάλλον μυστικιστική, λειτουργική, βιβλική, πατερική και εκλεκτική. Η ορθόδοξη θεολογία δεν περιορίζεται σε κάποιο αυστηρά προκαθορισμένο, κανονιστικό πλαίσιο και αφήνει πολύ χώρο για το βίωμα· η πίστη είναι γνώση εκπορευόμενη από την ανθρώπινη σχεσιακή εμπειρία.

Η Ανατολική Ορθοδοξία ερμηνεύει την αλήθεια με βάση τη συμφωνία των Πατέρων της Εκκλησίας, τη συνεχή διδασκαλία του Αγίου Πνεύματος που καθοδηγεί τη ζωή της Εκκλησίας μέσω του πνεύματος της Εκκλησίας. Οι ορθόδοξοι εκλαμβάνουν την πατερική εποχή ως αδιάσπαστη συνέχεια των πεφωτισμένων δασκάλων, των αγίων, ιδίως όσων μας έχουν παραδώσει θεολογικά συγγράμματα, από τους Αποστόλους μέχρι σήμερα. Οι τρεις Ιεράρχες συμπεριλαμβάνονται στους σπουδαίους θεολόγους της εκκλησιαστικής ιστορίας και η μνήμη τους τιμάται στην καθ’ ημάς κοινή εορτή στις 30 Ιανουαρίου από τον 19ο αι. Ο Μέγας Βασίλειος (330-379), επίσκοπος της Καισάρειας στην Καππαδοκία (370-379), υπήρξε επιφανής θεολόγος που συνέβαλε στο Σύμβολο της Πίστεως (κατά τη Σύνοδο της Νικαίας, 325 μ.Χ.) και αντιτάχθηκε στις μονοφυσιτικές αιρέσεις του πρώιμου χριστιανικού δόγματος. Ο Γρηγόριος Θεολόγος (329-390) θεωρείται καταξιωμένος ρητορικός στυλίστας της πατερικής εποχής· παρά την κλασική φιλοσοφική παιδεία του πολέμησε την αρχαιοελληνική παράδοση και υπαγόρευσε το αξιακό υπόδειγμα στους κληρικούς και θεολόγους της εποχής του. Ο Γρηγόριος με το παραγωγικότατο θεολογικό συγγραφικό έργο του συνέβαλε στη θεμελίωση της τριαδικής θεολογίας. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος (347-407) είναι γνωστός για τα κηρύγματα και τις πύρινες ομιλίες του εναντίον της κατάχρησης εξουσίας από εκκλησιαστικούς και πολιτικούς ηγέτες, τη Θεία Λειτουργία του και την ασκητική ευαισθησία του.

Αυτοί οι τρεις συνέπλεξαν αρμονικά την αρχαιοελληνική φιλοσοφία, τη γλώσσα και ρητορική με τη χριστιανική δογματική αξιοποιώντας ελληνικές αρχές για να προαγάγουν παιδαγωγικά τη χριστιανική διδασκαλία. Αποτέλεσαν τη δογματική ραχοκοκαλιά της Ανατολικής Ορθοδοξίας, η οποία συγκροτείται από το σύνολο των χριστιανών που ασπάζονται όσα καθορίστηκαν από τις επτά πρώτες οικουμενικές συνόδους· είναι μία από τις τρεις κύριες δογματικές ομάδες του χριστιανισμού. Αποτελεί συνέχεια της αποστολικής εκκλησίας και χαρακτηρίζεται από τις εδαφικές εκκλησίες της. Οι ορθόδοξοι ζουν κυρίως στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή και στις πρώην σοβιετικές χώρες. Ας σκεφτούμε τις διπλωματικές δυνατότητες ενός δικτύου ορθόδοξων λαών. Ας μην παραβλέπουμε αυτή τη δυνητική συμμαχία που μπορεί να στηρίξει τα ενδεχόμενα δίκια μας σε τούτη τη δόλια εποχή ενός παράλογου και ραγδαία μεταβαλλόμενου κόσμου. Εμείς ως ορθόδοξοι βέβαια πρέπει να αγαπάμε τους αλλόθρησκους εχθρούς μας ή τουλάχιστον να μη τους μισούμε· να τους βλέπουμε ανθρώπινα, αλλιώς δεν δικαιούμαστε ευλογίας. Θαρρώ, το Φανάρι, με τη διαχρονική δυναμική του, διδάσκει ότι τα δίκτυα είναι κρίσιμα και χρήσιμα για τον Ελληνισμό.

Ο Κώστας Θεολόγου είναι καθηγητής ΕΜΠ και διευθυντής του Τομέα Ανθρωπιστικών, Κοινωνικών Επιστημών και Δικαίου στη Σχολή ΕΜΦΕ

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Footballtalk