Η ξαφνική σπουδή της κυβέρνησης να ανακινήσει το ζήτημα της ψήφου των αποδήμων, ενδύοντάς το με τον μανδύα της εθνικής αναγκαιότητας, δεν πείθει εύκολα. Πίσω από τις διακηρύξεις για την «ιερή υποχρέωση» προς τον ελληνισμό της διασποράς κρύβεται ένας μαθηματικά μελετημένος κομματικός τακτικισμός. Κυνικά μιλώντας, δεν είναι αθέμιτοι οι τακτικισμοί στην πολιτική αλλά, ειδικά όταν αφορούν το μέγιστο ζήτημα της εκπροσώπησης, πρέπει να τους επισημαίνουμε.
Η ΝΔ δεν μας έχει δώσει, άλλωστε, δείγματα ότι αναζητά την εθνική ομοψυχία. Την εκλογική της ασφάλεια θέλει, στήνοντας μια παγίδα στην αντιπολίτευση. Η ιστορία είναι αποκαλυπτική. Το 2023 η κυβέρνηση απαίτησε, δήθεν, διάλογο με την αντιπολίτευση για την καθιέρωση της επιστολικής ψήφου αποκλειστικά για τις ευρωεκλογές. Αφού παρουσίασε το νομοσχέδιο στο υπουργικό συμβούλιο, καθόρισε τους εκλογικούς καταλόγους και σχεδίασε τα ψηφοδέλτια, έφερε τη ρύθμιση στη Βουλή αιφνιδιαστικά. Εκεί, την τελευταία στιγμή, με τη μορφή τροπολογίας, επιχείρησε να επεκτείνει την εφαρμογή της και στις εθνικές εκλογές. Αυτή είναι η αντίληψη του Κυριάκου Μητσοτάκη περί «συναίνεσης»: φέρνω την αντιπολίτευση προ τετελεσμένων και την εκβιάζω ηθικά. Αν ψηφίσει «ναι», νομιμοποιεί τον κυβερνητικό σχεδιασμό. Αν ψηφίσει «όχι», καταγγέλλεται ως αντεθνική και φοβική απέναντι στους ομογενείς. Ο πυρήνας του τακτικισμού, όμως, βρίσκεται στην αριθμητική της κάλπης. Η προωθούμενη αλλαγή, με τη δημιουργία κλειστής περιφέρειας αποδήμων και την αφαίρεση τριών εδρών από το ψηφοδέλτιο Επικρατείας, συνιστά ευθεία παρέμβαση στην αναλογικότητα εις βάρος των μικρότερων κομμάτων. Η ΝΔ γνωρίζει ότι μια τριεδρική περιφέρεια εξωτερικού έχει προοπτικές να γίνει η μεγαλύτερη περιφέρεια του χάρτη και, με τα ποσοστά που κατέγραψε το 2023 στους αποδήμους (άνω του 40%), θα καρπωθεί τις δύο από τις τρεις έδρες. Ταυτόχρονα, μειώνοντας τις έδρες του Επικρατείας, υψώνει το εκλογικό μέτρο, πλήττοντας τα κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης.
Πρόκειται για ένα «gerrymandering» ελληνικής κοπής, μια σκόπιμη επαναχάραξη του εκλογικού χάρτη εν όψει εκλογών και με φόντο τις δημοσκοπικές επιδόσεις της. Η κυβέρνηση εργαλειοποιεί την ψήφο των αποδήμων για να εξασφαλίσει ένα προνομιακό πεδίο όπου παίζει «εντός έδρας», αλλάζοντας τους συσχετισμούς που διαμορφώνει το εγχώριο εκλογικό σώμα. Οσο για την επίκληση της συναίνεσης, όταν συνοδεύεται από επιθετική ρητορική εκβιαστικού τύπου και μονομερείς σχεδιασμούς που εξυπηρετούν κομματικά συμφέροντα, δεν είναι τίποτα άλλο από πολιτική υποκρισία.







