Θα είμαι από την αρχή ξεκάθαρος: σε μια εποχή που οι φρέσκες, πρωτότυπες κινηματογραφικές «φωνές» μοιάζουν με είδος υπό εξαφάνιση, η υποψήφια φέτος για το Οσκαρ διεθνούς ταινίας γαλλοϊσπανική συμπαραγωγή «Sirat» (2025) πέφτει σαν «βόμβα» στο κινηματογραφικό τοπίο και το αναταράσσει. Και περιέργως, ο ισπανός σκηνοθέτης της, ο Ολιβερ Λάσε, δεν είναι χθεσινός. Ο Λάσε, ένας γνήσιος καλλιτέχνης «στον δικό του κόσμο», εργάζεται στις παρυφές του εμπορικού κυκλώματος της χώρας του· ζει εξάλλου – όπως μας είπε – σε μια φάρμα με κατσίκες και πρόβατα στην επαρχιακή Ισπανία. Αλλά έχει ήδη καταθέσει έργο, και μάλιστα βραβευμένο.
Η ταινία του «Todos vós sodes capitáns» του απέφερε το Βραβείο FIPRESCI στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στο Φεστιβάλ των Καννών το 2010, ενώ έξι χρόνια αργότερα η «Mimosas», γυρισμένη στην Οροσειρά του Ατλαντα, κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο της Εβδομάδας Κριτικής, επίσης στις Κάννες. Η τρίτη ταινία του «Θα έρθει η φωτιά» (την έχουμε δει στην Ελλάδα) κέρδισε το Βραβείο της Επιτροπής στο τμήμα Un Certain Regard του Φεστιβάλ των Καννών το 2019. Με το «Sirat» όμως, που και αυτό παίχθηκε στις Κάννες κερδίζοντας πέρυσι το βραβείο της επιτροπής, ο Λαξ κατάφερε να ξεπεράσει τον εαυτό του: αξιοποιώντας δημιουργικά το ερημικό αφρικανικό τοπίο του Μαρόκου, ο σκηνοθέτης παρακολουθεί έναν θλιμμένο πατέρα (Σέρχι Λόπεζ) και τον ανήλικο γιο του (Μπρούνο Νουνέζ Αρχονά), ενώ αναζητούν την εξαφανισμένη κόρη του πρώτου. Με ευγένεια ο σκηνοθέτης αφουγκράζεται τη σιωπηλή αγωνία του πατέρα και τον «ενώνει» μαζί με το παιδί του με μια ομάδα περιπλανώμενων τύπων, ravers, οι οποίοι διοργανώνουν μουσικά events με δυνατή rave μουσική στην έρημο.
Η εισαγωγή της ταινίας είναι ένα τέτοιο event και ο ήχος πρωταγωνιστεί με έναν μεταφυσικό τρόπο συνδυασμένος αρμονικά με τη φωτεινότητα του ηλιόλουστου τοπίου (να σημειωθεί ότι το «Sirat» είναι υποψήφιο και στην κατηγορία καλύτερου ήχου). Σώματα και ψυχές που έχουν τραυματιστεί από ατυχίες και αναποδιές, τα μέλη αυτής της ομάδας του περιθωρίου κουβαλούν τον δικό τους «σταυρό» στην ανηφόρα της ζωής. Με τον πεινασμένο φακό του ο Λάσε τα ανιχνεύει απροκάλυπτα ένα προς ένα. Και αυτή την ανηφόρα καλείται τώρα να ανέβει και ο πατέρας· μια δοκιμασία μέσα από την οποία η ασχήμια, η απόλυτη ασχήμια, θα τον οδηγήσει στην αυτογνωσία.
Ετσι όπως η κάμερα του Λαξ καταγράφει τη δράση, ο σκηνικός χώρος, το απέραντο τοπίο της ερήμου, δίνει στην εικόνα της ταινίας μια «Mad Max» αίσθηση, την ώρα που ο σκηνοθέτης επιτρέπει στην ταινία να ξεφύγει προς μια αλλόκοτη, σχεδόν εξωπραγματική διάσταση, παρότι το ταξίδι του πατέρα με το παιδί περιέχει τα στοιχεία μιας πέρα για πέρα ρεαλιστικής συνθήκης. Αλλά πράγματι, από κάποια στιγμή και μετά, νιώθεις ότι τα πρόσωπα αυτής της ταινίας ανήκουν σε έναν κόσμο μακρινό· θα μπορούσαν να είναι φαντάσματα· με φάντασμα, άλλωστε, μοιάζει ακόμα και ο πατέρας. Αυτή η υπαρξιακή περιπλάνηση που μέσα της κρύβει μια ανείπωτη τραγωδία – σοκ με όλη τη σημασία της λέξης (θυμηθείτε με), σε βυθίζει αργά αργά στον κόσμο της λες και περπατάς σε κινούμενη άμμο. Καθετί που νιώθουμε βλέποντας αυτό το έργο, από το μαρτύριο του δυσβάσταχτου πόνου μέχρι το χαμόγελο της ελπίδας, είναι πέρα για πέρα αληθινό.
Λίγο Μπορν, λίγο «Leon»
Αμίλητος όπως πάντα, ανήσυχος όπως πάντα, αγέλαστος όπως πάντα, βλοσυρός όπως πάντα και βέβαια αποτελεσματικός όπως πάντα, με άλλα λόγια ο Τζέισον Στέιθαμ, όπως ακριβώς τον γνωρίζουμε μέσα από δεκάδες ταινίες, επιστρέφει με «Το καταφύγιο» (Shelter, Αγγλία / ΗΠΑ, 2026), μία ακόμη περιπέτεια «μόνος εναντίον όλων», παραλλαγή φυσικά των περισσότερων από τις προηγούμενες περιπέτειές του μεσω των οποίων έχει κατακτήσει τη θέση του top action star κατά τη διάρκεια της τελευταίας 25ετίας. Και παρότι έχει πια μεγαλώσει, στην πραγματικότητα εξακολουθεί να είναι ο ίδιος παίζοντας εδώ τον πρώην στρατιωτικό που έχει εγκατασταθεί σε ένα νησί της Σκωτίας και, χωρίς ακριβώς να ζει, απλώς επιβιώνει παρέα με τον μοναδικό φίλο του, έναν σκύλο.
Ξέρουμε πολύ καλά βέβαια ότι όλα αυτά σύντομα θα αλλάξουν, ότι το παρελθόν του Μέισον (όπως είναι το όνομά του), από το οποίο έχει καταφέρει να ξεφύγει, θα ξαναβρεθεί μπροστά του. Οπότε η ταινία του Ρικ Ρόμα Γουό δείχνει τα δόντια της καθώς με τις μεθόδους του Μέισον (που θυμίζει λίγο Τζέισον Μπορν χωρίς τον παράγοντα της μνήμης) κανείς δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα, παρά τις επίμονες προσπάθειες του παλιού αφεντικού του που υποδύεται με μοχθηρό φλέγμα ο Μπιλ Νάι. Συγχρόνως, η ταινία φτιάχνει μια ενδιαφέρουσα (αν και πολυπαιγμένη – βλέπε «Leon») σχέση πατέρα – κόρης ανάμεσα στον Μέισον και το κοριτσάκι (Μπόντι Ράε Μπρέθνατς) που έχει αποφασίσει να προστατεύσει.
Στοχασμός της μοναξιάς
Πόσες φορές μάς έχει τύχει να νιώσουμε τελειωμένοι, άδειοι, ακόμα και απελπισμένοι, έτοιμοι να τα παρατήσουμε όλα, χωρίς καν να γνωρίζουμε τι θέλουμε ή προς τα πού να κινηθούμε; Σε αυτήν ακριβώς την κατάσταση βρίσκεται ο Μανίρ (Ζορζ Καμπάζ), ο κεντρικός ήρωας της ταινίας «Yunan» (διεθνής συμπαραγωγή, 2025), ένας καταθλιπτικός συγγραφέας που απλώς υπάρχει, χωρίς να ζει, στο σύγχρονο Αμβούργο. Σαν ζωντανός νεκρός ο Μανίρ περιφέρεται, μετακινείται από το ένα σημείο στο άλλο. Νιώθει ότι έχει στερέψει, μέσα του δεν υπάρχει ρανίδα ανάγκης για δημιουργία ή ζωή. Ακαρπες οι επισκέψεις στους γιατρούς, ούτε στη μάνα του που του τηλεφωνεί δεν μπορεί να μιλήσει. Ενας άνθρωπος στην πλήρη κατάρρευση. Και τότε, ξαφνικά, αποφασίζει να κάνει ένα ταξίδι, έτοιμος για όλα – ακόμα και για το χειρότερο. Αλλά ταξίδι μπορεί επίσης να σημαίνει νέες γνωριμίες, επικοινωνία.
Μια κινηματογραφική περιπλάνηση λοιπόν, όχι ακριβώς στο ύφος (και το ύψος) μιας ταινίας «αλλαγής ταυτότητας» όπως το «Επάγγελμα: Ρεπόρτερ» του Μικελάντζελο Αντονιόνι, αλλά περισσότερο μια ταινία που πατά πάνω στα φιλοσοφικά χνάρια του στοχασμού της μοναξιάς που έχουν αφήσει πίσω τους με το έργο τους άλλοι μεγάλοι δάσκαλοι στις ταινίες τους· είτε λέγονται Αντρέι Ταρκόφσκι είτε Νούρι Μπίλγκε Τζεϊλάν. Σε αυτό το δεύτερο μέρος της «τριλογίας της πατρίδας» του συροπαλαιστίνιου σκηνοθέτη Αμίρ Φακίρ Ελντίν, ο παράγοντας του νόστου και της επιστροφής στις ρίζες παίζει καίριο ρόλο, αρκεί να έχει κανείς την υπομονή να ακολουθήσει το βαρόμετρο της ιστορίας, αυτόν τον συνηθισμένο άνθρωπο σε κατάσταση σύγχυσης, ο οποίος, ενώ έχει χάσει τα «πατήματά» του, για κάποιον μυστηριώδη λόγο δεν παρατάει τελικά τα όπλα, ακριβώς όπως «επιβάλλει» το ανθρώπινο ένστικτο.
«Μαθητές» των Νταρντέν
Πέρα φυσικά από τα ίδια τα παιδιά, μια δικαστική διαμάχη για κηδεμονία παιδιών είναι μια τρομερά επώδυνη διαδικασία και για τους αντιδίκους, χωρισμένους γονείς. Μια τέτοια διαδικασία βάζουν κάτω από το μικροσκόπιό τους οι σκηνοθέτες Σαρλότ Ντεβιλέρς και Αρνό Ντιφεΐ στην ταινία «Σας πιστεύουμε» (On Vous Croit, Γαλλία, 2025) που αποτελεί και το ντεμπούτο του ντουέτου στη μεγάλου μήκους κινηματογραφική μυθοπλασία. Οι δυο σκηνοθέτες ανοίγουν από την αρχή τα χαρτιά τους: το πρόσωπο που τους ενδιαφέρει σ’ αυτή την αντιδικία (και του οποίου το μέρος παίρνουν) είναι η μητέρα (καταπληκτική η Μιριέμ Ακεντιού). Πάνω της, σχεδόν εξαντλητικά, εστιάζουν, και αυτή κατά κάποιο τρόπο είναι η πρωτοτυπία της ταινίας. Η ίδια η υπόθεση έχει τη σημασία που έχει, όμως η ψυχολογία είναι το ουσιαστικό θέμα στο «Σας πιστεύουμε» και η ψυχολογία αποτυπώνεται στο πρόσωπο της μητέρας. Στην αγωνία του βλέμματος, στον ξαφνικό θυμό, στον τρόμο που μετατρέπεται σε οργή (ή το αντίθετο) μπροστά σε κάθε κίνηση που η μητέρα μπορεί να θεωρήσει. Η κάμερα κινείται σαν σβούρα ακολουθώντας τη μητέρα και τα παιδιά στους χώρους του δικαστηρίου όπου σχεδόν αποκλειστικά τοποθετείται η ιστορία. Ο πατέρας είναι παρών, αλλά η παρουσία του είναι σχεδόν άφαντη μπροστά στην αεικίνητη μάνα – αυτό το αγρίμι της ζούγκλας έτοιμο ανά πάσα στιγμή να δείξει νύχια και δόντια. Η σκηνοθεσία αυστηρή και απέριττη, όμως από κάποια στιγμή και μετά νιώθεις τις καταστάσεις να επαναλαμβάνονται, η μονοτονία παραμονεύει και οι σκηνοθέτες δεν είναι οι έμπειροι βέλγοι αδελφοί Ζαν Πιερ και Λικ Νταρντέν αλλά δύο καλοί «μαθητές» τους.
Ελληνικά ντοκιμαντέρ
«Η καρδιά του ταύρου» (Ελλάδα, 2025). Μόνο με την ψύχραιμη ματιά μιας έμπειρης κινηματογραφίστριας που παίζει το ντοκιμαντέρ στα δάχτυλα του ενός χεριού, ένα ντοκιμαντέρ για τον χορογράφο – χορευτή – σκηνοθέτη Δημήτρη Παπαϊωάννου θα μπορούσε να ξεφύγει τελείως από τον ακαδημαϊσμό και να γίνει, μια αν όχι πρωτοποριακή, σίγουρα πρωτότυπη ματιά πάνω στην τέχνη του, με κάποιες πινελιές για τη ζωή του. Ακολουθώντας με χαλαρά βήματα την προετοιμασία για την ευρωπαϊκή περιοδεία της παράστασης «Εγκάρσιος προσανατολισμός» του Παπαϊωάννου, η Στεφανή καταφέρνει να δώσει ένα πολύ όμορφο, προσωπικό πορτρέτο του σπουδαίου καλλιτέχνη, προσηλωμένη κυρίως στον τρόπο με τον οποίο ο χορογράφος – σκηνοθέτης αντιμετωπίζει την τέχνη και τους συνεργάτες του, την ώρα της δημιουργίας ή, όπως συμβαίνει εδώ, των προβών (που και αυτές δημιουργικό σκέλος είναι βέβαια). Το επίτευγμα; Ενώ η κάμερα βρίσκεται κολλημένη σχεδόν σαν βδέλλα πάνω στον Παπαϊωάννου, ποτέ, ούτε σε μία στιγμή, δεν νιώθεις ότι η σκηνοθέτις θέλει να τον καλακέψει – ή ακόμα χειρότερα να τον αγιοποιήσει. Και αν τελικά κάτι νιώθεις εδώ, είναι το γιατί αυτός ο καλλιτέχνης είναι πράγματι μια σπάνια προσωπικότητα. Γιατί κανείς δεν μιλάει γι’ αυτόν, ούτε ο ίδιος μιλάει για αυτόν. Πρωταγωνιστές είναι μόνο η σκέψη του, οι μέθοδοί του, ο χορός του, η σκηνοθεσία του. Το όραμα.
«Εκτός εαυτού» (Ελλάδα, 2025). Μια αξιοπερίεργη καταγραφή της εμπειρίας του ελληνικού παγανισμού στη Βόρεια Ελλάδα, σε αντιδιαστολή με τα δεδομένα της σύγχρονης κοινωνίας, αποπειράθηκε ο σκηνοθέτης Τάσος Γκολέτσος, ανιχνεύοντας με όλες τις λεπτομέρειές του το τελετουργικό αυτής της διαδικασίας. Μουσικά όργανα, παραγγελίες στολών από προβιές ζώων, τραγούδια και χοροί συντρέχουν στην εκπλήρωση μιας βαθιάς ανάγκης, η οποία αποκωδικοποιείται ως εθιστική πράξη ελευθερίας χωρίς να αναλύεται με συνεντεύξεις, κάτι που πολύ πιθανόν θα έκανε το όλο εγχείρημα κουραστικό. Γιατί παρακολουθώντας «στεγνά» όλες τις ενοχλητικές και μη λεπτομέρειες του τελετουργικού αυτής της διαδικασίας, είναι λίγο σαν να συμμετέχουμε κι εμείς σε αυτή την παράξενη συνθήκη, ίσως να την καταλαβαίνουμε περισσότερο. Οπως επίσης καταλαβαίνουμε ότι αυτό που εμείς θεωρούμε «παράξενο» οι άνθρωποι που το ζουν, επιζητώντας το θαύμα, το θεωρούν απολύτως φυσιολογικό σαν κομμάτι της καθημερινής ρουτίνας τους (οι προβολές θα γίνουν το Σάββατο 31 Ιανουαρίου και την Κυριακή 1η Φεβρουαρίου, στις 17.00, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος).
- Προβάλλεται επίσης η ιαπωνική παιδική ταινία κινουμένων σχεδίων του Χιτόσι Τακεκίγιο «Τα ονειροζωάκια: Η ταινία» (Dream Animals: The movie / Tabekko Doubutsu, 2025). Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου της ταινίας, «η θρυλική σειρά μπισκότων “Dream Animals”, που έχει μεγαλώσει γενιές παιδιών σε πάνω από 20 χώρες, μεταφέρεται πρώτη φορά στον κινηματογράφο σε μια θεαματική CGI περιπέτεια για όλη την οικογένεια».







