Εχει γίνει πια μια απεχθής πραγματικότητα, όσο κι αν η ταραγμένη και αλλοπρόσαλη εποχή μας προκαλεί μια σύγχυση στη χρήση ορισμένων λέξεων σε σχέση με το τι ακριβώς εκφράζουν, να λογαριάζεται ως μια μορφή ενσυναίσθησης, και μάλιστα παρεμβατικής, στο «αχαβάχα» που αναπέμπεται από πολλά χείλη στη θέα και στο άκουσμα του αριθμού των ανθρώπων που έχουν τραυματισθεί ή και σκοτωθεί σε εμπόλεμες περιοχές του κόσμου. Ή πολλοί, ως ένα είδος ενσυναίσθησης εννοείται, να μουντζώνουν τον Ερντογάν και τον Τραμπ μόλις τους βλέπουν να σκάνε μύτη στην τηλεόραση, προσθέτοντας αδιαλείπτως σαν μια υψηλής πολιτικής τάξεως παρατήρηση την κρίση πως «έχουν γίνει πολύ επικίνδυνα τα πράγματα». Για να ολοκληρωθεί αυτό το «παρεμβατικό» είδος ενσυναίσθησης τις μέρες και τις νύχτες των μεγάλων βροχοπτώσεων και χιονοπτώσεων με την πανομοιότυπα εκστομισμένη από τα στόματα πολλών φράση «αυτό το φαινόμενο δεν το έχω ξαναδεί».
Δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς αν αυτή η μόνιμη επωδός όπως τη συγκροτούν το «αχαβάχα», το «έχουν γίνει πολύ επικίνδυνα τα πράγματα» και το «αυτό το φαινόμενο δεν το έχω ξαναδεί», μπορεί να έχει σχέση με μια έμμεση αλλά και άμεση συχνά μορφή τρομοκρατίας όπως την ασκούν ακριβώς τα τηλεοπτικά μέσα επικοινωνίας αλλά και τα social media. Δικαιούται όμως να αναρωτηθεί κανείς γιατί όταν οι προοπτικές να υπάρξει μια καταστροφή, που ενδέχεται να είναι και πολύ ηπιότερη, είναι πολύ μεγάλες, πρέπει να ανακοινώνεται ώστε να εκλαμβάνεται πως ήρθε το τέλος του κόσμου. Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε πόσοι άνθρωποι (κυριολεκτικά μιλάμε για έναν απροσμέτρητο αριθμό) θα αντάλλασσαν ευχαρίστως – τι ευχαρίστως; Με ανακούφιση – τα σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια που υφίστανται με τις συνέπειες ακόμη και της πιο καταστροφικής νεροποντής ή χιονόπτωσης, για να γίνουμε ελάχιστα πιο σεμνοί σε σχέση με την εκτίμηση των δικών μας περιπετειών. Και σε τελευταία ανάλυση, ένα τραύμα ή μια καταστροφή που σε μεγάλο βαθμό είναι «εκ Θεού» είναι απείρως πιο επουλώσιμη σε σχέση με ένα τραύμα ή μια καταστροφή ή τέλος έναν θάνατο που έχει προκληθεί χάρη σε συνανθρώπους μας.
Και επειδή η πραγματικότητα, ακόμα και η πιο εφιαλτική, επιδέχεται πολλές «αναγνώσεις», ας μας επιτραπεί να σταθούμε στη λιγότερο αντιληπτή, τόσο όμως ασφαλή όσον αφορά την εκτίμηση μιας κατάστασης που αν και απεχθέστατη κάθε άλλο παρά προβληματική διαγράφεται η συνέχειά της – το ακριβώς αντίθετο θα έλεγε κανείς. Τι εννοούμε; Πάντα η ανακοίνωση μιας επιδείνωσης όσον αφορά τον περιβάλλοντά μας χώρο είτε λόγω καιρικών συνθηκών είτε μιας πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής, αντί να οξύνει, μαζί με την όποια λήψη προστατευτικών μέτρων, μια συνείδηση σε σχέση με τη μορφή των προβλημάτων που μπορεί να αντιμετωπίσει μια κοινότητα ανθρώπων, έχει ως παρακολούθημα ο καθένας μας να ενεργεί για λογαριασμό του σαν να είναι ο μόνος που κινδυνεύει και ο μόνος που τελικά δικαιούται να διασωθεί. Με τη συνέχεια να έχει προεξοφληθεί πριν καν ακουστεί η σειρήνα του κινδύνου. Να λογαριάζει πλέον ο καθένας το σπίτι του ως ένα οχυρό και να ταμπουρώνεται μέσα του καταναλώνοντας τις προμήθειες που έχει στο μεταξύ αποθηκεύσει παρακολουθώντας τις ταλαιπωρίες όσων οι συνθήκες της ζωής τους θέλουν απροστάτευτους και εκτεθειμένους σε όσα δραματικά εξελίσσονται στους δημόσιους χώρους. Μια συνθήκη που ενώ στην πραγματικότητα σε καταγγέλλει να επιχαίρεις με όσα βασανιστικά συμβαίνουν στους άλλους αλλά εσένα δεν σε αφορούν, να μπορείς ο ίδιος να υποκρίνεσαι πως είναι η οδύνη για τους άλλους και μια αίσθηση αλληλεγγύης που σε ωθεί ώστε να παρακολουθείς τις δοκιμασίες τους.







