Ας κάνουμε την παρακάτω υπόθεση. Σε ένα νοσοκομείο, νοσηλεύεται κάποιος ασθενής. Οι γιατροί που τον παρακολουθούν, παρόλο που έχουν σοβαρές επιφυλάξεις για το αν έχει ολοκληρωθεί η θεραπεία και έχει αποκατασταθεί η υγεία του, του δίνουν εξιτήριο. Και ύστερα από ένα χρονικό διάστημα, ο ασθενής πεθαίνει. Φανταζόμαστε όλοι τι θα είχε συμβεί. Ερευνες, καταγγελίες, αγωγές, αναφορές, εκπομπές για την ασυνειδησία των θεραπόντων ιατρών. Και όλο αυτό θα ήταν απολύτως σωστό, ηθικό και δίκαιο. Γιατί όμως δεν γίνεται το ίδιο, δεν έχουμε, ως κοινωνία αλλά και ως κράτος, τα ίδια αντανακλαστικά όταν η ασθένεια είναι ψυχική;

Το είδαμε να συμβαίνει προχθές με την άγρια δολοφονία του 80χρονου στη Γλυφάδα από τον ψυχασθενή γιο του. Ο οποίος, πριν από 12 χρόνια και επίσης σε κατάσταση κρίσης, είχε κατακρεουργήσει τη μητέρα του. Δικάστηκε γι’ αυτό, καταδικάστηκε σε 16 χρόνια φυλακή, αλλά, όπως διάβασα σε χθεσινό ρεπορτάζ της Ναταλίας Διονυσιώτη και του Βασίλη Λαμπρόπουλου στα «ΝΕΑ», αποφυλακίστηκε. Διότι νοσηλεύθηκε στο Ψυχιατρείο των Φυλακών Κορυδαλλού και ο χρόνος νοσηλείας υπολογίζεται διπλός σε αυτήν την περίπτωση. Προσπαθώ να κατανοήσω το σκεπτικό του νομοθέτη, αλλά δυσκολεύομαι να αντιληφθώ πώς είναι δυνατόν να μπαίνουν στην ίδια μαθηματική εξίσωση μία σοβαρή ψυχική ασθένεια και η έκτιση της ποινής για μια δολοφονία. Καταλαβαίνω ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχουν ελαφρυντικά, αλλά αυτή η διπλή προσμέτρηση του χρόνου νοσηλείας σημαίνει ότι το βασικό μέλημα της Πολιτείας είναι να «ξοφλήσει» ο κρατούμενος το ποινικό του χρέος. Και καθόλου το να επιστρέψει στην κοινωνία ασφαλής και ακίνδυνος. Ναι, το αποφυλακιστήριό του έλεγε ότι έπρεπε να μεταφερθεί αυθημερόν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών «επειδή κρίθηκε επικίνδυνος για τον εαυτό του και το περιβάλλον του», αλλά εκεί έμεινε 11 μέρες αφού θεωρήθηκε ότι μπορεί πλέον να κυκλοφορεί ελεύθερος με την προϋπόθεση να ακολουθεί τη φαρμακευτική αγωγή του. Και να εμφανίζεται δύο φορές τον μήνα σε αστυνομικό τμήμα. Οχι, ας πούμε, σε κάποιον ψυχίατρο.

Ποιος μπορεί να διασφαλίσει ότι ένας ψυχικά ασθενής ακολουθεί πιστά και απαρέγκλιτα τη φαρμακευτική αγωγή του; Ή ότι θα τον παρακολουθεί συστηματικά ένας γιατρός; Μιλάμε λοιπόν, άλλη μια φορά, για ένα πρόβλημα που κοινωνία και κράτος επιμένουμε να κρύβουμε κάτω από το χαλί. Γιατί; Από αμηχανία ή επειδή εξακολουθεί, εν έτει 2026, να αποτελεί ταμπού; Ή επειδή το ένα φέρνει το άλλο σε ένα φαύλο κύκλο που συντελεί ώστε να παραμένει το πρόβλημα άλυτο και σκοτεινό;

Ναι, δεν μιλάμε ανοιχτά στην Ελλάδα για τα ψυχικά νοσήματα. Τα θεωρούμε ένα είδος στίγματος λες και φταίει ο ασθενής ή η οικογένειά του – βλέπω τους συγγενείς του δράστη να μιλάνε στην τηλεόραση πλάτη και με αλλοιωμένη φωνή, κάτι που δεν θα γινόταν αν μιλούσαν για καρκίνο. Εδώ ξέρω ανθρώπους που, αφού πεισθούν με χίλια ζόρια ότι πρέπει να ακολουθήσουν μια ήπια φαρμακευτική αγωγή, δεν θέλουν να τους συνταγογραφούνται τα φάρμακα για να μη «λερωθεί» ο ιατρικός τους φάκελος. Και έχω γνωστούς – μορφωμένους, με κοινωνικό κύρος – που, ύστερα από πολλά χρόνια μού ομολόγησαν ότι το παιδί τους, για παράδειγμα, έπασχε από κάποιο ψυχικό νόσημα. Προτιμούσαν να εκλαμβάνω τη συμπεριφορά του ως κολοπαιδισμό ή «κακία».

Οι ψυχικά πάσχοντες δεν είναι όμως «κακοί» ούτε εν δυνάμει εγκληματίες. Είναι άρρωστοι. Οπως οι καρκινοπαθείς ή οι νεφροπαθείς. Θεραπεία χρειάζονται. Οχι να τους κλείσουμε στην ντουλάπα.

100 χρόνια τηλεόραση

Ας το ελαφρύνουμε όμως λίγο καθώς η σημερινή επέτειος είναι άγνωστη μεν πολύ σημαντική δε. Πριν από 100 χρόνια, σαν σήμερα, άλλαζε, χωρίς να το ξέρουμε, η ζωή και η καθημερινότητά μας. Ο Τζον Μπερντ, ένας σκωτσέζος εφευρέτης, παρουσίασε στο Λονδίνο, στα μέλη του Royal Institution και δημοσιογράφους των «Times», την πρώτη τηλεόραση. Ολοι θεώρησαν ιδιαίτερα πρωτοποριακή τη συσκευή του, ο ίδιος ο εφευρέτης της όμως είχε πολλές αμφιβολίες για το αν θα είχε ανταπόκριση στο κοινό. Μόλις τρία χρόνια αργότερα, άρχισε η μαζική παραγωγή τηλεοπτικών συσκευών.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.