Οι δασμοί στις εισαγωγές, που κάποτε θεωρούνταν κυρίως εργαλεία προστασίας των εγχώριων βιομηχανιών με το πρόσχημα της βελτίωσης του εμπορικού ισοζυγίου, πλέον χρησιμοποιούνται για να πλήξουν γεωπολιτικούς αντιπάλους και να δημιουργήσουν στρατηγική αβεβαιότητα. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της συζήτησης γύρω από τους δασμούς βασίζεται σε ξεπερασμένα οικονομικά μοντέλα, τα οποία παραβλέπουν ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας: τα βαθιά διασυνδεδεμένα δίκτυα παραγωγής και χρηματοδότησης.
Λόγω αυτών των δικτύων, οι δασμοί μπορούν να προκαλέσουν αποτελέσματα εντελώς διαφορετικά από αυτά που προβλέπουν τα παραδοσιακά οικονομικά μοντέλα. Αντί να επιφέρουν περιορισμένες και προσωρινές στρεβλώσεις, μπορούν να οδηγήσουν σε επίμονες πληθωριστικές πιέσεις, σημαντικές απώλειες παραγωγής και ισχυρές διεθνείς «παρενέργειες». Η αβεβαιότητα που συνδέεται με την απειλή επιβολής δασμών μεταφέρεται και στον χρηματοπιστωτικό τομέα, με τις επιδράσεις να απαιτούν αρκετό χρόνο μέχρι να εμφανιστούν.
Ο λόγος είναι απλός: Στη σημερινή οικονομία, οι δασμοί δεν αποτελούν μόνο ένα σοκ στη ζήτηση, αλλά και στην προσφορά. Παρότι εξακολουθεί να ισχύει ότι οι δασμοί στρέφουν τη ζήτηση προς τα εγχώρια προϊόντα, η εγχώρια παραγωγή πλέον εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενες ενδιάμεσες εισροές. Από τα βιομηχανικά εξαρτήματα μέχρι την ενέργεια, τις μεταφορές και τις επιχειρηματικές υπηρεσίες, οι εταιρείες προμηθεύονται εισροές από όλον τον κόσμο και βασίζονται σε περίπλοκες διασυνοριακές αλυσίδες εφοδιασμού. Οταν οι δασμοί αυξάνουν το κόστος των εισαγόμενων εισροών, αυξάνουν άμεσα το οριακό κόστος των επιχειρήσεων.
Με βάση αυτή τη δυναμική, αναδεικνύονται τρία συμπεράσματα. Πρώτον, η εμπορική πολιτική δεν μπορεί να αξιολογείται αποκομμένα από τα δίκτυα παραγωγής. Μοντέλα που αγνοούν τους δεσμούς εισροών – εκροών μέσα στα παγκόσμια παραγωγικά δίκτυα και τις εφοδιαστικές αλυσίδες υποτιμούν συστηματικά τις απώλειες παραγωγής και δεν αποτυπώνουν τη διάρκεια των πληθωριστικών πιέσεων.
Δεύτερον, η νομισματική πολιτική παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των επιπτώσεων των δασμών. Μια «χαλαρή» νομισματική στάση αφήνει τις πληθωριστικές πιέσεις να επιμείνουν, ενώ μια επιθετική σύσφιγξη βαθαίνει την ύφεση. Επιπλέον, οι αποφάσεις των ξένων κεντρικών τραπεζών επηρεάζουν τα παγκόσμια αποτελέσματα όσο και οι αποφάσεις των εγχώριων.
Τρίτον, σε έναν κόσμο παγκοσμιοποιημένων αλυσίδων αξίας, οι δασμοί δεν αποτελούν ένα τοπικό εργαλείο πολιτικής. Είναι ένα παγκόσμιο μακροοικονομικό σοκ, ανεξαρτήτως του σκοπού για τον οποίο επιβάλλονται.
Καθώς οι κυβερνήσεις επανεξετάζουν τη χρήση δασμών στο όνομα της οικονομικής ασφάλειας ή της γεωπολιτικής ισχύος, θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι το κόστος εκτείνεται πολύ πέρα από τις στοχευμένες βιομηχανίες και χώρες, δημιουργώντας κινδύνους και για τις ίδιες τις οικονομίες τους. Στη σημερινή δικτυωμένη οικονομία, οι δασμοί και οι απειλές επιβολής δασμών δεν είναι ακριβή εργαλεία με προβλέψιμα αποτελέσματα.







