Η «Γη της ελιάς», η καθημερινή δραματική σειρά του Mega, συνεχίζει για πέμπτη σεζόν να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του τηλεοπτικού κοινού. Σε αυτό το σύμπαν, που φτιάχνει το σενάριο της Βάνας Δημητρίου και ζωντανεύει ο Αντρέας Γεωργίου με τη σκηνοθεσία του, εντάχθηκε ο Νίκος Νικολάου. Ο έμπειρος ηθοποιός έρχεται να προσθέσει με τον ήρωά του, τον Ορέστη, το δικό του αποτύπωμα σε μια ιστορία γεμάτη συγκρούσεις, μυστικά και ανθρώπινα πάθη. Με αφορμή την παρουσία του στη σειρά, ο Νίκος Νικολάου μίλησε στο «Νσυν».
Συμμετέχετε στη «Γη της ελιάς». Τι θα δούμε από τον Ορέστη, τον ρόλο σας, τώρα;
Ο Ορέστης, που ζει και εργάζεται στη Σικελία, γνωρίστηκε με την Αλεξάνδρα Μαρκάκη, όταν προσφέρθηκε να τη βοηθήσει για να βρει τη χαμένη κόρη της. Μεταξύ τους δημιουργήθηκε μια αμοιβαία έλξη και κατανόηση. Εχοντας πάντα τον νόστο της ιδιαίτερης πατρίδας του, τα Χανιά, και της έλξης του από την Αλεξάνδρα, έψαχνε την αφορμή της επιστροφής του. Θα δούμε λοιπόν έναν Ορέστη, ειλικρινή, διακριτικό, επίμονο στην απόφασή του να ζήσει με την Αλεξάνδρα, αλλά και με άγνοια των «μυστικών» που κρύβει η οικογένειά της.
Ο Ορέστης είναι καρδιοχειρουργός. Πόσο ειρωνικό είναι ότι ενώ «σώζει καρδιές», δυσκολεύεται να προστατεύσει τη δική του;
Ναι, ομολογώ ότι κρύβει μια ειρωνεία στη ζωή μας. Ομως είτε από άγνοια, είτε από υπέρμετρο ζήλο για να πετύχουμε τους στόχους μας, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με δυσάρεστες εκπλήξεις.
Θεωρείτε ότι οι ώριμοι έρωτες συγκινούν περισσότερο από τις πιο εκρηκτικές σχέσεις που έχουμε δει στη σειρά;
Θεωρώ ότι ο έρωτας συγκινεί και συνεπαίρνει πάντα τον άνθρωπο ανεξαρτήτως ηλικιακών περιορισμών.
Είναι μια αναγκαία συνθήκη στη ζωή των ανθρώπων όπως το οξυγόνο για να μπορούμε να υπάρξουμε, πόσω μάλλον όταν έχει τραγουδηθεί από την αρχαιότητα με το «έρως ανίκατε μάχαν» μέχρι τους σημερινούς ποιητές ανά τον κόσμο. Τον έρωτα δεν τον ορίζουμε αλλά μας ορίζει. Σε μια φράση του ο Λόρκα μας λέει ότι «κατά κει που μας τραβάει το αίμα πηγαίνουμε…».
Εκτός από τη «Γη της ελιάς», πρόσφατα σας είδαμε και στο επετειακό επεισόδιο της σειράς «Στο παρά πέντε». Σας βαραίνει ή σας τιμά το ότι πολλοί σας ταυτίζουν ακόμη με εκείνον τον ρόλο του Δημοσθένη Πολίτη;
Ηταν πολύ όμορφη και συγκινητική στιγμή το reunion του «Παρά πέντε», όχι μόνο γιατί ταξιδέψαμε 20 χρόνια πίσω μαζί με το κοινό που τίμησε αυτή τη δουλειά, αλλά και για τις γενιές που μεγάλωσαν μαζί της αυτά τα είκοσι χρόνια. Ηταν και μια βραδιά μνήμης για τους συναδέλφους που συμμετείχαν στη σειρά και σήμερα δεν βρίσκονται στη ζωή. Φυσικά με τιμά η συμμετοχή μου στη σειρά παρά τις αρχικές μου επιφυλάξεις. Ως ηθοποιός, αρχή μου έχω να μη διαχωρίζω τους ρόλους σε καλούς και κακούς.
Οταν ερμηνεύεις έναν ρόλο δεν ταυτίζεσαι ηθικά μ’ αυτόν. Τον υπερασπίζεσαι όμως υποκριτικά με όλη την αλήθεια του, για να αναδείξεις είτε τα καλά είτε τα κακά του στοιχεία. Το κοινό έχει ένα αλάνθαστο κριτήριο, να εισπράττει την αλήθεια σου. Πότε δεν με προβλημάτισε η ταύτισή μου μ’ έναν ρόλο. Κάποτε ήμουν ο Μιχάλης στα «Σκονισμένα Σύννεφα», άλλοτε ο αστυνόμος στο «Χαρά Αγνοείται» κ.λπ., είναι θέμα περιοδικότητας την εποχή που προβάλλεται κάθε τηλεοπτική σειρά.
Γιατί πιστεύετε ότι σειρές όπως το «Παρά Πέντε» επιστρέφουν ξανά και ξανά στη μνήμη του κόσμου; Είναι τελικά η νοσταλγία ανάγκη ή καταφύγιο για τον τηλεθεατή;
Νομίζω και τα δύο. Ο άνθρωπος καταφεύγει στον νόστο από ανάγκη να ισορροπήσει κι αυτή η ισορροπία γίνεται το καταφύγιό του. Προστρέχουμε στις ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, όχι μόνο για τα υπέροχα σενάρια και τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών εκείνης της εποχής, αλλά από την ανάγκη να γνωρίσουμε μια άλλη κοινωνία, με άλλες αρχές, με άλλες ανάγκες, με διαφορετικό τρόπο ζωής. Νομίζω ότι το έχει ανάγκη ο άνθρωπος για να συγκρίνει το χθες με το σήμερα.
Για σας, η τηλεόραση έχει ευθύνη απέναντι στον θεατή;
Με την ερώτησή σας μου ανασύρετε μια φράση που την άκουσα ως σπουδαστής από έναν σπουδαίο ηθοποιό και δάσκαλο στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ότι το κοινό είναι σαν το βρέφος, ό,τι του δίνουμε το καταπίνει. Δεν απευθυνόμαστε μόνο σε ώριμο και κατασταλαγμένο κοινό, απευθυνόμαστε και στις εφηβικές ηλικίες και στις νεότερες γενιές, ευθύνη όλων μας να προσφέρουμε το «μέλι» της δουλειάς μας κι όχι το δηλητήριο.
Κινηματογραφικά, συμμετείχατε στην ταινία «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή, η οποία συζητήθηκε αρκετά. Πώς διαχειρίζεστε ως ηθοποιός την κριτική όταν ξεφεύγει από το καλλιτεχνικό και γίνεται ιδεολογική;
Η κριτική είναι πάντα ευπρόσδεκτη. Στην τέχνη τολμά και εκτίθεται κάποιος μπροστά στο κοινό άρα και κρίνεται. Η τέχνη γενικά είναι πολιτική πράξη, έχει πολιτικό υπόβαθρο. Αρα μπορεί να κριθεί και ιδεολογικά ειδικά όταν ασχολείσαι με πολιτικές προσωπικότητες όπως ο Καποδίστριας. Ας μη μας φοβίζει η κριτική, αλλά η εμπάθεια.
Θεωρείτε ότι η τέχνη οφείλει να «ενοχλεί»;
Ναι, οφείλει να ενοχλεί. Οχι στρατευμένα, όχι φωνάζοντας, αλλά υποδόρια, με τον τρόπο που μόνο αυτή ξέρει, ανασύροντας τη φράση του φίλου ποιητή Γιώργου Μαρκόπουλου, ότι η ποίηση είναι μια κόκκινη κηλίδα αίματος στο άσπρο πουκάμισο της όποιας εξουσίας.







