Στον «Άμνετ» (Hamnet, Αγγλία/ΗΠΑ, 2025), τελευταία ταινία της Κλόε Ζάο, βλέπουμε την Αγκνες (Τζέσι Μπάκλεϊ) να εμφανίζεται στη ζωή του Ουίλιαμ Σαίξπηρ (Πολ Μέσκαλ) κυριολεκτικά σαν νεράιδα. Μέσα σε ένα δάσος όπου εκείνος έκανε βόλτα και εκείνη απλώς βρισκόταν, λες και η ίδια ήταν ένα από τα δέντρα αυτού του δάσους. Η σχέση τους θα αναπτυχθεί ήσυχα, μυστηριακά, περισσότερο με τα βλέμματα παρά με τον λόγο. Εκείνος, που δεν έχει γίνει ακόμα ο γνωστός συγγραφέας που όλοι ξέρουμε και βρίσκεται σε διαρκή αντιπαλότητα με τους δικούς του, είναι ένας ντροπαλός, ήσυχος και συγκρατημένος άνδρας, του οποίου το μυαλό βρίσκεται μονίμως στη γραφή και όχι στις αγροτικές εργασίες, κάτι για το οποίο δέχεται διαρκώς την απαξία της οικογένειάς του. Εκείνη είναι ένα ατίθασο αγρίμι που χρειάζεται κάποιον σαν αυτόν για να ηρεμήσει. Τα δύο αντίθετα άκρα που έλκονται. Και έτσι θα τους ενώσει ένας βαθύς έρωτας, με τον οποίο κανείς από την πλευρά του Ουίλιαμ δεν συμφωνεί, και θα ακολουθήσει ένας γάμος, με τον οποίο επίσης κανείς δεν συμφωνεί.

Αλλά ένας από τους καρπούς αυτού του γάμου, το ένα από τα τρία παιδιά τους, ο Άμνετ (Τζακόμπι Τζούπε), θα παίξει τον πιο καταλυτικό ρόλο στην ταινία της Κλόε Ζάο, στην ουσιαστική κινηματογραφική της επιστροφή έξι χρόνια μετά τη «Χώρα των νομάδων» – που κέρδισε τα Οσκαρ καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, Α’ γυναικείου ρόλου – και ενώ είχε μεσολαβήσει το πέρασμά της από τον κόσμο της Marvel με το «Eternals» (2021) που καλύτερα να μη θυμόμαστε. Θα μπορούσες να πεις ότι ο «Άμνετ» βρίσκεται στην απέναντι όχθη μιας άλλης ταινίας σχετικής με τον κορυφαίο βάρδο, τον «Ερωτευμένο Σαίξπηρ» (1998). Εδώ τίποτα δεν είναι ανάλαφρο και ψευτορομαντικό, ένας βαθύς πόνος επικρατεί στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας, όπως και ένα ανομολόγητο πάθος το οποίο νιώθεις να βράζει συνέχεια, ζεματιστό, αληθινό. Η Ζάο μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας της Λούκας Ζαλ κινηματογραφεί τον «Άμνετ» σαν παραμύθι και όπως σε όλες τις ταινίες της έτσι και εδώ το φυσικό περιβάλλον μοιάζει να είναι ένας από τους πρωταγωνιστές. Αλλά η μεγαλύτερη επιτυχία αυτής της ταινίας, που σήμερα θα ξέρουμε πόσες υποψηφιότητες για Οσκαρ θα λάβει, είναι ότι χωρίς να λέει πολλά, με λάβαρο την εικόνα, σε κάνει να νιώθεις, να καταλαβαίνεις και να κατανοείς.

Το κορίτσι και ο δικαστής

Με την «Κάρλα» (Karla, Γερμανία, 2025), ταινία που είναι βασισμένη σε πραγματικά περιστατικά, η, και ελληνικής καταγωγής, γερμανίδα σκηνοθέτρια Κριστίνα Τουρνατζή εισχωρεί με πολύ προσεκτικά βήματα σε ένα θέμα-ναρκοπέδιο και το αποτέλεσμα είναι αξιοθαύμαστο για σκηνοθετικό ντεμπούτο στη μεγάλου μήκους παραγωγή. Η Κάρλα, που υποδύεται η Ελίζε Κριπς, η οποία αδιαμφισβήτητα έχει πάρει κάτι από το ταλέντο της μητέρας της Βίκι Κριπς, είναι ένα ανήλικο κορίτσι που στην εισαγωγή κιόλας της ταινίας το βλέπουμε να δραπετεύει από τους γονείς του και να τρέχει προς το πουθενά σαν να θέλει να ξεφύγει. Βρισκόμαστε στην επαρχιακή Βαυαρία, αρχές δεκαετίας του 1960, και βλέπουμε τη μικρή να θέλει να ασκήσει μήνυση στον πατέρα της για σεξουαλική κακοποίηση. Από εκεί και πέρα ξεκινά ένα πολύ ενδιαφέρον two people show στο οποίο ήρωες είναι η Κάρλα και ο ηλικιωμένος δικαστής, ο οποίος, αν και στην αρχή διστάζει, εντέλει (με την επιμονή της γραμματέως του) δέχεται να ασχοληθεί με την περίπτωση.

Το βασικό ερώτημα βέβαια είναι αν Κάρλα λέει ή όχι την αλήθεια και, εφόσον όλα δείχνουν ότι τη λέει, πώς μπορεί να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της ώστε η υπόθεση να μπορεί να σταθεί σε δίκη. Το επιχείρημα της Κάρλα είναι το «δικαίωμα στη ζωή», κάτι που αναφέρεται στη νομοθεσία. Ναι, όμως την ίδια ώρα η Κάρλα είναι ένα παιδί που δεν μιλάει. Ολες οι προσπάθειες του δικαστή να αποσπάσει από αυτή μια κουβέντα πέφτουν στο κενό και αυτό εντείνει την αγωνία του θεατή για την αλήθεια πίσω από την υπόθεση. Μαζί με τη σεναριογράφο της Ιβόν Γκόρλαχ, η Τουρνατζή έχει δουλέψει με τρομερή σχολαστικότητα την ιστορία, φροντίζοντας να μην αφήσει τίποτα ασχολίαστο και τα πάντα μέσα από τη ματιά του θύματος, της Κάρλα. Και μέσω αυτής της διαδρομής έχει φτιάξει δύο ήρωες που σε καλούν να τους παρακολουθήσεις ακόμα και όταν στις σκηνές που μοιράζονται κυριαρχεί η απόλυτη σιωπή. Μνεία όμως θα πρέπει να γίνει και στον «άλλο πατέρα» της Κάρλα, τον δικαστή, τον οποίο υποδύεται καταπληκτικά ο γερμανός ηθοποιός Ράινερ Μποκ (τον έχουμε δει σε δεκάδες δευτεραγωνιστικούς ρόλους, αλλά εδώ πρωταγωνιστεί).

Ενας μεγάλος Παλαιστίνιος

Ενα από τα πολλά ντοκιμαντέρ αυτής της εβδομάδας είναι το «Marwan’s tomorrow’s freedom» (Αγγλία, 2022). Ακρως επίκαιρο, καθώς oι σκηνοθέτριες Σοφία και Τζόρτζια Σκοτ κάνουν μια ανασκόπηση της ζωής και πολιτικής δράσης του παλαιστίνιου ηγέτη και ακτιβιστή Μαρουάν Μπαργκουτί, του «τελευταίου των μεγάλων προσωπικοτήτων που στόχευσαν με δυναμισμό και μαχητικότητα για την επίλυση και όχι απλώς τη διαχείριση του παλαιστινιακού ζητήματος» όπως ακούμε στην ταινία. Το 2002, δύο χρόνια μετά την έναρξη της Ιντιφάντα, ο Μαργουάν συνελήφθη από τους Ισραηλινούς, κατηγορήθηκε ότι διέταξε τρομοκρατικές επιθέσεις στο Τελ Αβίβ και ύστερα από ατελείωτο χρονικό διάστημα στην απομόνωση ένα ισραηλινό πολιτικό δικαστήριο τον καταδίκασε σε πέντε φορές ισόβια.

Η δημοτικότητά του είναι τόσο μεγάλη που δημοσκοπήσεις έχουν δείξει ότι σε παλαιστινιακές εκλογές ο Μπαργκουτί θα μπορούσε να εκλεγεί πρόεδρος της Παλαιστίνης. Οι αδελφές Σκοτ γύρισαν την ταινία κατά τη διάρκεια τριών χρόνων, ξεκινώντας το 2017. Κομβικό σημείο στην ταινία τους αποτελεί η απόφαση του Μπαργκουτί να προβεί σε απεργία πείνας προκαλώντας ακόμα μεγαλύτερη ανησυχία στους δικούς του ανθρώπους, τη δικηγόρο γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά τους. Ο Μπαργκουτί μισήθηκε από τους Ισραηλινούς γιατί θέλησε να κινηθεί στο πλαίσιο μιας πιο «λαϊκής αντίστασης», αποδεικνύοντάς το εμπράκτως με την παρουσία του σε κάθε διαμαρτυρία. Δεν είναι τυχαίο που προτάθηκε επτά φορές για το Νομπέλ Ειρήνης και ότι ακτιβιστές και πρόσωπα της πολιτικής σκηνής (και των δύο πλευρών) τον εκθειάζουν ως ηγέτη, την ώρα που σύζυγος και παιδιά μιλούν για τον άνθρωπο του οποίου τα ίχνη ακολουθούν πιστά. Μια ενημερωτική και συγχρόνως συναισθηματική ταινία τεκμηρίωσης που κάθε άνθρωπος που ενδιαφέρεται για την έννοια της ελευθερίας αξίζει να έχει υπόψη του.

Για τα παιδιά

Προβάλλονται επίσης τρεις παιδικές ταινίες από διάφορα σημεία της Ευρώπης, όλες κινουμένων σχεδίων, εκτός από μία, το «Φρου Φρου ο σκανδαλιάρης» (Pumuckl und das große Missverständnis / Fro-Frou Sandaliarisf / Pumuckl’s big mix-up, Γερμανία, 2025) του Mάρκους Ροζενμίλερ, όπου το animation συνδυάζεται με την παρουσία ζωντανών ηθοποιών. Πρόκειται για την κινηματογραφική εκδοχή της γνωστής παιδικής σειράς της τηλεόρασης όπου το καρτούν είναι ένα ξωτικό, ο κοκκινομάλλης Φρου Φρου, ο οποίος με τη χαρακτηριστική τσιριχτή φωνή, την ακατάπαυστη ομιλία και τις σκανταλιές του πονοκεφαλιαζει τον μόνο άνθρωπο που μπορεί να τον δει, έναν καλόκαρδο ξυλουργό, που βέβαια τον λατρεύει. Τεράστια επιτυχία στην εποχή της, η σειρά μάγεψε γενεές παιδιών όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά παντού, και σήμερα με αυτή την αναβίωση δίνει την ευκαιρία να ανακαλύψουν τον Φρου Φρου και οι νεότερες γενιές. Το συμπαραγωγής Γαλλίας / Αμερικής / Βελγίου «Χόπερ και το μυστικό της μαρμότας» (Hopper et le secret de la marmotte, 2025) του Μπενζαμέν Μουσκέ είναι προϊόν του βραβευμένου animation στούντιο nWave, του οποίου παραγωγές όπως «Οι αχώριστοι», «Το σκυλάκι της βασίλισσας» και «Η οικογένεια του Μεγαλοπατούσα» έχουν γίνει επιτυχίες ανά τον κόσμο, και τέλος «Οι φύλακες του χιονιού» (North: An Epic Journey of Friendship, Νορβηγία, 2026) σε σκηνοθεσία Μπέντε Λόνε προσφέρει μια βολτα στον μαγικό κόσμο του Χανς Κρίστιαν Αντερσεν και του κλασικού παραμυθιού του «Η Βασίλισσα του Χιονιού», όπου κεντρικό πρόσωπο είναι ένα θαρραλέο, καλόκαρδο 8χρονο κορίτσι που ξεκινά ένα μακρύ ταξίδι για να σώσει τον φίλο της. Η αγνότητα και η καλοσύνη της την προστατεύουν από τη μαγεία της Βασίλισσας του Χιονιού.

Sci-fi θρίλερ

Προβάλλεται τέλος το θρίλερ επιστημονικής φαντασίας «Η εσχάτη των ποινών» (Mercy, ΗΠΑ, 2026). Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου, «στο εγγύς μέλλον, ένας ντετέκτιβ (Κρις Πρατ) δικάζεται με την κατηγορία της δολοφονίας της συζύγου του. Εχει 90 λεπτά για να αποδείξει την αθωότητά του στην προηγμένη τεχνητή νοημοσύνη (Ρεμπέκα Φέργκιουσον), που ο ίδιος στήριζε ένθερμα, πριν αυτή αποφασίσει για την τύχη του». Η σκηνοθεσία είναι του Τιμούρ Μπεκμαμπέτοφ.

Διαφορετικές όψεις του Ολοκαυτώματος

«Κάποτε λέγαμε ότι οι Ελληνες πολεμούν σαν ήρωες» ακούμε κάποια στιγμή στο ντοκιμαντέρ της Αννας Ρεζάν «Οι δικοί μου άνθρωποι» (My people, ΗΠΑ, 2022). «Σήμερα, όμως, πρέπει να λέμε ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Ελληνες». Ρήση που στηρίζεται πέρα για πέρα στην ταινία, αυτόν τον από καρδιάς φόρο τιμής στους Ελληνες εβραϊκής καταγωγής που αντιστάθηκαν και σκοτώθηκαν υπερασπίζοντας την πατρίδα τους κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Mέσα από τις αφηγήσεις έξι ανθρώπων που επέζησαν του Ολοκαυτώματος, ο θεατής βιώνει όλη τη ρεαλιστική σκληρότητα των αναμνήσεων από την ανείπωτη τραγωδία για την οποία κανείς από όσους την έζησαν και επιβίωσαν και βλέπουμε στην ταινία δεν μιλούσε για δεκαετίες μετά το τέλος του Β’ ΠΠ. «Μέχρι τη δεκαετία του 1980 ήταν ένα ταμπού» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μάκης Μάτσας, που μαζί με τους Νίνα Μπενρούμπη, Ισαάκ Μιζάν, Μούση Κωνσταντίνη, Στέλλα Κοέν και Νίνα Νεγρίν συνθέτει την εξάδα των μαρτύρων της ταινίας, η οποία χρηματοδοτήθηκε από Αμερικανούς, έκανε πρεμιέρα το 2022 στο πλαίσιο του Los Angeles Greek Film Festival, απέσπασε θετικές κριτικές ακόμα και από διακεκριμένους σκηνοθέτες, όπως ο Τζοναθαν Νόσιτερ, και τώρα διανέμεται σε περιορισμένες προβολές στη χώρα μας.

Το ίδιο θέμα μέσα από μια εντελώς διαφορετική οπτική αντιμετωπίζουν οι σκηνοθέτες και σεναριογράφοι Χρύσα Τζελέπη και Ακης Κερσανίδης στην «Επιστροφή στην πατρίδα» (Ελλάδα, 2025). Είναι το ταξίδι προς τη γενέτειρά του, τη Γερμανία, ενός ψυχιάτρου που έχει αρνηθεί την καταγωγή του λόγω της σκιάς της ναζιστικής κληρονομιάς που κουβαλά μέσα του και τον βαραίνει. Σαν ένα κουρασμένο φάντασμα του παρόντος, ο Τίτους Μίλεχ ξεκινά ένα δύσκολο «ταξίδι» προς το παρελθόν, το οποίο θα τον οδηγήσει στην καρδιά του σκότους και θα τον κάνει κοινωνό της φρίκης των θηριωδιών που έπραξαν οι συμπατριώτες του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γιατί κάνει το ταξίδι; Για ποιον λόγο αποφασίζει να βάλει τον εαυτό του μέσα σε αυτή την επώδυνη διαδικασία που προτιμότερο θα ήταν να βουλιάξει για πάντα στη λήθη; Το κάνει γιατί πρέπει να το κάνει. Γιατί είναι ένα γραμμάτιο που η συνείδησή του τον «αναγκάζει» να αποπληρώσει, χωρίς βεβαίως ο ίδιος να φταίει σε κάτι. Με αυτή την επιστροφή δεν θα αλλάξει τίποτα, ακόμα και η προσπάθεια κατανόησης της ιστορικής αλήθειας δεν έχει καμία σημασία – είναι σαν να προσπαθείς να ερμηνεύσεις λογικά κάτι πέρα από τη λογική. Ομως το κάνει γιατί, όπως η ταινία αφήνει να εννοηθεί, μόνο βουτώντας θαρραλέα μέσα στην κόλαση της απανθρωπιάς μπορείς να καταλάβεις το αν τελικά έχεις ανθρωπιά αλλά και το γιατί.

Για τον Δ. Κατσιμάνη

Το τελευταίο ντοκιμαντέρ αυτής της εβδομάδας λέγεται «SOS» (Ελλάδα, 2026) και το συνυπογράφουν οι Κυρηναίος Παπαδημάτος και Ακριβή Κόλλια. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω κατά πόσο το όνομα του ποιητή-ηθοποιού Δημήτρη Κατσιμάνη λέει κάτι σε κάποιον (προσωπικά τον γνωρίζω και εκτιμώ), πάντως η ιστορία του έχει ένα ενδιαφέρον γιατί μας θυμίζει πόσο σημαντικό είναι το πάθος για να κάνεις κάτι που αγαπάς, ακόμα και αν αυτό που θα κάνεις δεν θα το αναγνωρίσει κανείς πέρα από εσένα τον ίδιο. Ο Κατσιμάνης ονειρεύτηκε να ασχοληθεί με το σινεμά και την ποίηση από παιδί και το έκανε, όπως εξακολουθεί, όσο μπορούσε και όπου μπορούσε. Εχει παίξει κομπάρσος στο «1922» του Νίκου Κούνδουρου, έχει συμμετάσχει σε εκπομπή παλιού trash καναλιού και ανέκαθεν ζούσε σε έναν ποιητικό κόσμο παλεύοντας με τους ρεαλιστικούς δαίμονές του. Μαθαίνουμε ότι για κάποιον λόγο πριν από χρόνια τον έδιωξε η αδελφή του από το σπίτι του και βλέπουμε σήμερα να προσπαθεί μέσα σε όλα να φροντίσει τον μεγαλύτερο αδελφό του, τον Γιάννη, με τον οποίο ζει σε ένα παραμελημένο σπίτι. Από μόνο του το γεγονός ότι αυτός ο άνθρωπος δεν το βάζει ποτέ, μα ποτέ, κάτω αρκεί για να προκαλέσει μια συγκίνηση. Ως εκεί.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.