Το κλασικό επίδικο της περαιτέρω ενοποίησης σε βάθος της ΕΕ περνάει σαφώς και από την κοινή αμυντική αρχιτεκτονική. Το τελευταίο συναρτάται από τους πόρους που κάθε χώρα διαθέτει και βέβαια από το μέγεθος και την κατανομή του Ευρωπαϊκού Ταμείου Aμυνας. Από το 2021-25, καταγράφεται μια αύξηση των δαπανών της Ευρώπης στο πεδίο αυτό κατά 100% σε υποδομές για πολεμική προετοιμασία, σε λειτουργικά έξοδα και σε εξοπλισμούς.
Η δε κατανομή συγκεντρώνει επίσης ενδιαφέροντα στοιχεία αφού μιλάμε για τρεις άξονες: το ReArm (μια δεξαμενή που θα φτάσει τα 800 δισ. το 2030), το πρόγραμμα SAFE (με δάνεια από την Κομισιόν) και τις εθνικές δαπάνες που κάθε χώρα θα καταβάλλει ξεχωριστά με πρώτη και κύρια τη Γερμανία. Ολα αυτά συγκροτούν εκτός από μια διακριτική γραμμή αυτονομίας στην άμυνα και μια κλιμακούμενη στρατηγική αποτροπής ενόψει δυνητικών εμπλοκών.
Κανείς εξάλλου σήμερα δεν είναι επιφυλακτικός ή σκεπτικιστής ως προς τις απρόβλεπτες εξελίξεις που μπορεί να υπάρξουν. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή, η νέα κρίση με αφορμή και έδαφος τη Γροιλανδία και η τραμπική νέα πλεύση πάνω στο δόγμα της ισχύος καθιστούν τα γεγονότα σωρευτικά και επισφαλή ως προς την ειρήνη.
Το απόλυτα παράδοξο – που όμως έχει σαφή ερμηνεία – είναι πως ακριβώς αυτή η μεταβολή στο Διεθνές Δίκαιο και η αποδυνάμωση των διεθνών θεσμών επιταχύνει τις διεργασίες για μια Ευρώπη – πόλο άμυνας και στρατηγικής υπεράσπισης των κεκτημένων της. Η ασφάλεια και η συνοχή συνδέονται με την προάσπισή τους.







