Οι παρόντες διαμορφώνουν τις εξελίξεις και όχι οι απόντες, έλεγε μέσα στην εβδομάδα ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ηταν μια αιχμή του προς αγροτοσυνδικαλιστές οι οποίοι για εβδομάδες αρνούνταν τον διάλογο, ωστόσο η ίδια φράση έχει εύκολα αντανάκλαση και στην εκλογική αναμέτρηση. Είναι οι συμμετέχοντες εκείνοι που καθορίζουν το αποτέλεσμα και όχι όσοι δεν ψηφίζουν, εξού και απαντήσεις στο ερώτημα πόσοι ψηφοφόροι μπορεί να σηκωθούν από τον καναπέ και προς τα πού μπορεί να κινηθούν ψάχνουν από τώρα όλες οι πολιτικές δυνάμεις.
Ειδικά το κυβερνών κόμμα, έχοντας κομμένους ή δύσκολους διαύλους με κομμάτια του εκλογικού σώματος που είτε αποδοκιμάζουν συστηματικά πια την κυβέρνηση είτε εμφανίζουν σημάδια κόπωσης, καχυποψίας ή στάσης αναμονής, ψάχνει τις παραμέτρους κλειδιά των επόμενων εκλογών και προσπαθεί για την ώρα να απευθυνθεί ταυτόχρονα σε πολλές δεξαμενές ψηφοφόρων με διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Εκλογικοί αναλυτές και δημοσκόποι άλλωστε συμφωνούν ότι καταγράφουν ένα επίμονο τοπίο κρίσης αντιπροσώπευσης, παρότι η κυβέρνηση καταφέρνει – προφανώς τραυματισμένη – να διατηρεί πρωτιά σε απόσταση ασφαλείας από το δεύτερο κόμμα.
Σε αυτό το περιβάλλον υπάρχουν δύο μύχιοι πόθοι του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αλλά από αυτές τις ανομολόγητες επιθυμίες προκύπτουν για το Μέγαρο Μαξίμου οι μεγαλύτερες αγωνίες του – σε ένα σκηνικό αντίφασης, όσο το τοπίο παραμένει αχαρτογράφητο. Και τελικά πίσω από τους γαλάζιους πόθους και φόβους κρύβεται μια «κρυφή» δεξαμενή ψηφοφόρων, το αίνιγμα της οποίας σχετίζεται με δύο υποκατηγορίες: τόσο με εκείνους που απέχουν από τις εκλογικές διαδικασίες όσο και με εκείνους που προσέρχονται στην κάλπη για απαξίωση των «συστημικών» δυνάμεων.
Ο ρόλος της αποχής
Στόχος του Μαξίμου για την «άνοιξη του 2027» είναι ο εξής: παλεύει (και το λέει) για τη μέγιστη συσπείρωση των ψηφοφόρων του 2023, ταυτόχρονα θέλει (και δεν το λέει) συνολικά χαμηλή συμμετοχή στην κάλπη με την ελπίδα ότι έτσι θα μπορούσε να ανεβεί το εκλογικό ποσοστό της ΝΔ. Ομως η δεξαμενή του «καναπέ» είναι η πιο περίπλοκη. Οχι μόνο γιατί δεν μπορεί να προβλεφθεί εκ των προτέρων με ασφάλεια πόσοι και ποιοι θα καθίσουν εκεί. Επειδή επιπλέον περιλαμβάνει στο ευρύτερο πλαίσιο και τους νεότερους ψηφοφόρους αλλά και τους ψηφοφόρους που δεν πέρασαν το εκλογικό παραβάν το 2024, οι οποίοι κατά κύριο λόγο ανήκουν στη ΝΔ. Για τον ρόλο της αποχής υπάρχει το προηγούμενο της ευρωκάλπης – μια αναμέτρηση, που σημαδεύτηκε από αρνητικό ρεκόρ συμμετοχής ανοίγοντας βαθιά πληγή στο γαλάζιο οικοσύστημα.
Η απώλεια σχεδόν ενός εκατομμυρίου ψηφοφόρων (για την ακρίβεια 989.812) της ΝΔ επιβεβαίωσε ότι το χτύπημα της αποχής δεν μοιράστηκε στα κόμματα. Τον Ιούνιο του 2023, από τους 9.813.595 εγγεγραμμένους συμμετείχαν οι 5.273.699 (ποσοστό 53,74%) και η ΝΔ κέρδισε2.115.322 ψηφοφόρους (40,56%). Εναν χρόνο μετά, από τους 9.849.154 εγγεγραμμένους συμμετείχαν οι 4.062.095 (ποσοστό 41,24%), με τη ΝΔ να κερδίζει 1.125.510 ψηφοφόρους (28,31%).
Εξού και το βάρος που ρίχνει ο Μητσοτάκης στην επαναπροσέγγιση των «χαμένων», δικών του, ψηφοφόρων οι οποίοι επέλεξαν τον «καναπέ» και ένα τμήμα ακόμα παραμένει εκεί κρατώντας γεμάτη τη δημοσκοπική αδιευκρίνιστη (γκρίζα) ζώνη. Οι χαμένες γαλάζιες μονάδες από τα δεξιά και από το κέντρο αναγκάζουν τον Πρωθυπουργό σε διαρκείς ασκήσεις ισορροπίας. Πότε εντατική φροντίδα των αιτημάτων της παραδοσιακής πτέρυγας του κόμματός του, πότε σινιάλα ότι ο στρατηγικός προσανατολισμός του παραμένει στο κέντρο.
Κι ενώ από το κλαμπ των «αντισυστημικών» οι γαλάζιοι ποντάρουν σε αποχή τους από την εκλογική διαδικασία, ο επαναπατρισμός κεντρώων και η προσέλκυσή τους στην κάλπη υπέρ της ΝΔ κρίνονται ως αναγκαία – και είναι τα δυσκολότερα.
Το φάντασμα των ευρωεκλογών
Το Μαξίμου στην πραγματικότητα θέλει να υπάρχει κατακερματισμός στο αντιπολιτευτικό τοπίο, άρα θέλει και τα δυνητικά κόμματα. Ετσι μπορεί, όπως πιστεύουν στην κυβέρνηση, να ενισχύονται τα σκληρά διλήμματα στα αφτιά των μετριοπαθέστερων ακροατηρίων. Ομως είναι αυτός ο κατακερματισμός που ταυτόχρονα κρατά ζωντανό το φάντασμα των ευρωεκλογών: αν κάτι είχε προκύψει ως κυρίαρχο μήνυμα από την τελευταία εκλογική αναμέτρηση ήταν η έκφραση δυσαρέσκειας, είτε με στροφή σε μικρότερα κόμματα με άνοδο στα δεξιότερα της ΝΔ, είτε με αποχή.
Μια χαλαρή αντιμετώπιση των επόμενων εθνικών εκλογών α λα ευρωεκλογές, ως ευκαιρία έκφρασης δυσφορίας και ως απόρροια της ανόδου ενός αντισυστημισμού, που ευνοείται σε περιβάλλον ελλείμματος της πολιτικής εμπιστοσύνης, είναι αυτό που ξορκίζει ο Μητσοτάκης. Εξού και αφενός χαράζει ρητορική και στρατηγική «μίας κάλπης» αφετέρου επιχειρεί να χτίσει θετικό αφήγημα μιλώντας με όρους μέλλοντος.
Για παράδειγμα, ένα κόμμα Καρυστιανού θα μπορούσε να ξυπνήσει ψηφοφόρους που είχαν στραμμένη την πλάτη έτσι κι αλλιώς στο πολιτικό σύστημα και επίσης θα μπορούσε να επηρεάσει τις μετακινήσεις ψηφοφόρων μεταξύ δυνάμεων που επενδύουν στα αντισυστημικά αντανακλαστικά της οργής. Ενα κόμμα Αντώνη Σαμαρά θα μπορούσε να δυσκολέψει την προσπάθεια επαναπατρισμού απογοητευμένων νεοδημοκρατών. Κυβερνητική πηγή τηρεί στάση αναμονής, διστάζοντας να διατυπώσει μεγάλα λόγια. «Οταν έρθει η ώρα των εκλογών, θα τα δούμε όλα – κόμματα, υποψήφιους, θέσεις, προγράμματα. Μέχρι τότε όλα είναι θεωρία».







