Αν και η ίδρυση κόμματος μέσω των προβλεπόμενων νόμιμων διαδικασιών είναι δικαίωμα κάθε Έλληνα πολίτη, η άσκηση του δικαιώματος δεν ωφελεί απαραιτήτως το κοινωνικό σύνολο. Ο κομματικός κατακερματισμός επιτείνει τον κοινωνικό κατακερματισμό και δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο τις συναινέσεις χωρίς τις οποίες οι κοινωνίες ακινητοποιούνται και διαλύονται.
Το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό· όμως, ως συνήθως, στη χώρα μας καταγράφονται υπερβολές: το 1926 και το 1950 είχαμε 10 κόμματα στη Βουλή, 6-8 το 2012-23. Από τη στιγμή της παρακμής του ΠΑΣΟΚ, το οποίο, ως φορέας σοσιαλιστικού οράματος, εκπροσωπούσε ολόκληρη την αριστερά εκτός του ΚΚΕ, πολλοί Έλληνες –συμπεριλαμβανομένων μερικών influencers– φιλοδοξούν να μπουν στον χώρο της εξουσίας. Θέση στο ελληνικό κοινοβούλιο, όπου εκπροσωπούνται ήδη 8 κόμματα και όπου 25 βουλευτές είναι «ανεξάρτητοι», διεκδικούν πολίτες και πολιτικοί που ισχυρίζονται ότι δεν βρίσκουν κοινά σημεία με κανένα σχηματισμό του επιλεγόμενου παλαιού συστήματος.
Παραμερίζω το παράδοξο ότι μερικά κόμματα του Κοινοβουλίου δεν πιστεύουν στον κοινοβουλευτισμό· και ότι, ομοίως, στο Ευρωκοινοβούλιο, εκπροσωπούνται δυνάμεις που αντιμάχονται την ευρωπαϊκή ενοποίηση και τις ευρωπαϊκές αξίες. Το θέμα εδώ είναι άλλο: επηρεάζει ο αριθμός των κομμάτων που συμμετέχουν στις εκλογές και στο νομοθετικό σώμα την ποιότητα της δημοκρατίας; Η επικρατούσα άποψη είναι the more the merrier –πλην όμως, ο πολυκομματισμός προκαλεί αστάθεια, επιτείνει την απροθυμία για συμβιβασμούς και, αναπόφευκτα, θυμίζει την κατάρρευση των ευρωπαϊκών δημοκρατιών του μεσοπολέμου. Ο κατακερματισμός προκαλεί κατάσταση Βαβυλωνίας και αδιέξοδο μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας.
Εδώ και κάμποσες δεκαετίες εγείρεται η απαίτηση συγκυβέρνησης θεσμών και δρόμου. Παραλλήλως, η απάθεια των μαζών και η μεγάλη αποχή από τις εκλογικές διαδικασίες συνοδεύονται από αμφισβήτηση του επονομαζόμενου Συστήματος, η οποία οδηγεί, μεταξύ άλλων, σε δημιουργία μικρών κομματικών σχηματισμών, μερικοί εκ των οποίων εμφορούνται από ιδεολογίες, ενώ άλλοι (π.χ. το βρετανικό Official Monster Raving Loony Party, το αυστριακό Κόμμα της Μπίρας ή το ιταλικό Κόμμα της Μπριζόλας) έχουν σατιρικό χαρακτήρα και δεν επηρεάζουν το πολιτικό σύστημα ει μη μόνον για να το απαξιώσουν περαιτέρω προσελκύοντας τμήματα του νεανικού κοινού του TikTok και των αναρχοπατέρων. Το ερώτημα που τίθεται είναι τα κόμματα θεμελιωμένα σε ιδεολογίες αρνούνται να συγχωνευθούν ως πτέρυγες σε ήδη υπάρχοντες σχηματισμούς με σκοπό την ενίσχυση των κοινών ιδεωδών.
Για τον απλό πολίτη, οι ιδεολογικές διαφορές μεταξύ του ΠΑΣΟΚ, της Νέας Αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ, του Κινήματος Δημοκρατίας και της Πλεύσης Ελευθερίας είναι αμελητέες –επιπλέον είναι άγνωστες. Αυτό που ίσως διαφοροποιεί τα εν λόγω κόμματα ανάγεται στην προσωπικότητα, στο ύφος των κομματαρχών: ορισμένα στελέχη εκδηλώνουν ταξικό, δήθεν «επαναστατικό» μίσος, άλλα μίσος εναντίον των προσώπων του Συστήματος και της ανθρωπότητας γενικά.
Πάντως, όλα προβάλλουν σοσιαλιστικές διεκδικήσεις. Τα προγράμματα, αν κάνουμε τον κόπο να τα διαβάσουμε (ο βίος είναι βραχύς), μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Αυτό που κατατέμνει τον αριστερό χώρο δεν είναι οι προγραμματικές διαφορές αλλά η αμοιβαία αντιπάθεια των στελεχών της –ένα τυπικό αριστερό γνώρισμα, που, σε παλαιότερες εποχές, κατέληξε σε φυσική αλληλοεξόντωση. Όσο για την κεντροδεξιά, το λέει η λέξη, καταβάλλει προσπάθεια ενότητας, χάνοντας εσκεμμένα, τις παλιές συνιστώσες των βασιλοφρόνων, των υπερσυντηρητικών χριστιανών, των εθνικιστών και των συνωμοσιολόγων οι οποίες, αφού έχουν ανεξαρτητοποιηθεί, κατακερματίζονται σε γκρουπούσκουλα.
Αυτά τα γκρουπούσκουλα εκπροσωπούν το λιγότερο εγγράμματο κομμάτι του λαού, το πλέον επιρρεπές στη μαγεία και στις θεωρίες συνωμοσίας. Εν κατακλείδι όμως, το κίνητρο τόσο του δεξιού, όσο και του αριστερού κατακερματισμού είναι η εξουσιομανία η οποία ενισχύεται από τις ψευδαισθήσεις των social media.
Αν και δεν ισχύουν τα ίδια για όλες τις χώρες –για παράδειγμα, η ανάδυση μιας τρίτης παράταξης ίσως βελτίωνε την ποιότητα της δημοκρατίας στις ΗΠΑ– ο πολυκομματισμός οδηγεί σχεδόν πάντοτε σε σύγχυση και κίνδυνο ακυβερνησίας. Από την άλλη πλευρά, ο de facto δικομματισμός (που επικρατεί σε πολύ λίγες χώρες: ΗΠΑ, Μάλτα, Γκάνα, Τζαμάικα) περιορίζει τη δημοκρατία αν, από το εσωτερικό των δύο κομμάτων, λείπουν η πολυμορφία, η εκπροσώπηση των μειονοτήτων και ο διάλογος. Όμως, η ύπαρξη πέντε κομμάτων στον κάθε ιδεολογικό χώρο υπονομεύει το κοινοβουλευτικό σύστημα αντί να το βελτιώνει και να το αναζωογονεί.
Σε πολλές χώρες το πρόβλημα έχει αναγνωρισθεί και έχουν γίνει προσπάθειες μεγάλων συνασπισμών –με κυμαινόμενα αποτελέσματα. Τα «λαϊκά μέτωπα» είναι ένα καλό παράδειγμα από τον 20ό αιώνα, αλλά και στον 21ο, οι περισσότερες ευρωπαϊκές δημοκρατίες –το Βέλγιο, η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, ολόκληρη η Σκανδιναβία, η Ελβετία– κυβερνώνται σταθερά από συνασπισμούς.
Το στοίχημα της δημοκρατίας είναι η συμμετοχή και η εκπροσώπηση όσο το δυνατόν περισσότερων τμημάτων της κοινωνίας με παράλληλη εύρυθμη λειτουργία των θεσμών: αυτό σημαίνει ότι ο πολυκομματισμός μπορεί να είναι χρήσιμος υπό την προϋπόθεση να λειτουργούν οι θεσμοί και να υπάρχει διάθεση για συνεργασίες και συμβιβασμούς.
Φοβάμαι ότι στη δική μας χώρα, η ίδρυση νέων κομμάτων εκφράζει εχθροπάθεια, όχι διάθεση συνασπισμών. Και φυσικά, προσωπικές φιλοδοξίες· ένα μεγαλεπήβολο πέρασμα από τον παροξυσμικό ακτιβισμό στην επίσημη πολιτική με μεσσιανικό στόχο: την εκκαθάριση του βρόμικου Κατεστημένου και τη σωτηρία όλων μας.
Στην πραγματικότητα, στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες υπάρχουν δύο προτάσεις: μια φιλελεύθερη που ευνοεί τον καπιταλισμό με ποικίλους βαθμούς ρύθμισης και περιορισμού του ατομικού κέρδους, και μια σοσιαλδημοκρατική με ποικίλους βαθμούς κρατισμού και αναδιανομής. Η καθεμία από αυτές περιέχει διαφοροποιήσεις στο εποικοδόμημα: ως προς τα όρια της ελευθερίας, την αναλογία δικαιωμάτων-υποχρεώσεων, τον ρόλο της θρησκείας και των εκκλησιαστικών θεσμών κ.λπ.. Συνήθως, σ’ αυτό το πολιτικό τοπίο προστίθενται σχηματισμοί με κομμουνιστικά και αναρχικά οράματα, καθώς και άλλοι που προωθούν ειδικά αιτήματα μειονοτήτων.
Ωστόσο, δεν συνιστάται ούτε η δημιουργία κομμάτων μειονοτήτων –οι μειονότητες μπορούν και πρέπει να βρίσκουν τη θέση τους στον βασικό κομματικό κορμό– ούτε η δημιουργία κομμάτων «one (wo)man show» η ίδρυση των οποίων ικανοποιεί ατομικές ανάγκες και παρορμήσεις.







