Η Καστοριά δεν ήταν ποτέ απλώς μια πόλη δίπλα στη λίμνη. Ηταν ένας τόπος που επί δεκαετίες ανέπνεε στον ρυθμό της γούνας. Στα στενά της, πίσω από βιτρίνες που έλαμπαν και εργαστήρια που δούλευαν αδιάκοπα, χτυπούσε άλλωστε επί δεκαετίες η καρδιά της ελληνικής γουνοποιίας. Μιας δραστηριότητας η οποία – παρά τις (εύλογες) αντιδράσεις για τη φύση της – δεν αποτέλεσε μόνο επάγγελμα, αλλά ήταν συνώνυμη της ταυτότητας, του κοινωνικού ιστού και του τρόπου ζωής για γενιές ολόκληρες.

Για περισσότερο από μισό αιώνα, η γούνα στήριξε την τοπική οικονομία και κράτησε όρθια τη Δυτική Μακεδονία σε εποχές δύσκολες. Ηταν ο λόγος για τον οποίο η Καστοριά γνώρισε ανάπτυξη, που τα χωριά της δεν ερήμωσαν, που νέοι άνθρωποι έβρισκαν δουλειά χωρίς να φύγουν για τα αστικά κέντρα ή το εξωτερικό. Σπίτια χτίστηκαν, παιδιά σπούδασαν, οικογένειες προχώρησαν με τη σιγουριά ενός επαγγέλματος που έμοιαζε ακλόνητο.

Στην ακμή της γούνας, μια μικρή επιχείρηση απασχολούσε από 10 έως 20 εργαζομένους, ενώ συνολικά περίπου 40.000 άνθρωποι ζούσαν άμεσα ή έμμεσα από τον κλάδο. Σήμερα, δεν απασχολούνται ούτε οι μισοί. Τα ρολά κατεβαίνουν, οι επιγραφές ξεθωριάζουν και ο ήχος της ραπτομηχανής, που κάποτε ακουγόταν από γειτονιά σε γειτονιά, έχει σχεδόν σιγήσει.

Από τη «μονοκαλλιέργεια» στην κατάρρευση

Η αλήθεια είναι πως η γούνα υπήρξε «μονοκαλλιέργεια», κάτι που συνέβαλε ώστε ο κλάδος να δεχθεί απανωτά και ισχυρά χτυπήματα, τα οποία δεν κατάφερε να ξεπεράσει. Από την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία το 2014 μέχρι την εισβολή στην Ουκρανία και τις κυρώσεις που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Ενωση εις βάρος της Μόσχας, οι ισορροπίες ανατράπηκαν βίαια. Οπως χαρακτηριστικά δηλώνει στα «ΝΕΑ» ο Αποστόλης Τσούκας, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Συνδέσμου Γουνοποιών Καστοριάς, κρίση δεν έχει η γούνα ως προϊόν, αλλά η ελληνική γουνοποιία λόγω του εμπάργκο. Εξάλλου, σε διεθνές επίπεδο, η φυσική και vintage γούνα παρουσιάζει άνοδο, με την Κίνα – τον μεγαλύτερο παραγωγό παγκοσμίως – να μην είναι πλέον σε θέση να καλύψει τη ζήτηση. Το πρόβλημα, όπως εξηγεί, είναι ότι η Ελλάδα είχε σχεδόν μονοπωλιακή εξάρτηση από τη ρωσική και ουκρανική αγορά, σε ποσοστά που έφταναν το 80%-85%, ενώ για κάποιους επιχειρηματίες άγγιζαν το 100%.

Σήμερα, όμως, η Ουκρανία είναι σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένη από τον πόλεμο, ενώ η Ρωσία αποτελεί μια απαγορευμένη σε μεγάλο βαθμό αγορά, με αποτέλεσμα την απώλεια του 80% των παραγγελιών και του τζίρου. Ετσι, από τις 1.200-1.300 ενεργές επιχειρήσεις που υπήρχαν πριν από τον πόλεμο, στην Καστοριά λειτουργούν πλέον περίπου οι 500. «Η γούνα ήταν ο μεγαλύτερος ιδιωτικός εργοδότης της Δυτικής Μακεδονίας», επισημαίνει ο Απ. Τσούκας, υπογραμμίζοντας ότι αν η κατάσταση συνεχιστεί, δεν θα υπάρξει επιστροφή.

Ανθρωποι χωρίς αντικείμενο

Πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν φυσικά ζωές. Εργαζόμενοι κοντά στα 60, που όλη τους τη ζωή έραβαν, έκοβαν και διακινούσαν γούνες, αναγκάζονται σήμερα να αναζητούν εποχική εργασία σε ξενοδοχεία ή άλλους κλάδους, άσχετους με την εμπειρία τους. Δεν αλλάζουν απλώς δουλειά: χάνουν το αντικείμενό τους, τη γνώση τους, την αξιοπρέπειά τους.

Ο Στέργιος Γουδής, εισαγωγέας πρώτων υλών και ιδιοκτήτης καταστήματος λιανικής, περιγράφει μια αγορά που συρρικνώνεται χρόνο με τον χρόνο. Οι δύο μεγαλύτεροι πελάτες των προϊόντων του βρίσκονται σε πόλεμο. Τα καταστήματά του στη Χαλκιδική και την Κατερίνη, που μέχρι το 2021 στηρίζονταν κυρίως σε ρώσους και ουκρανούς τουρίστες, έχουν χάσει τη μισή τους δυναμική. Από τζίρο 200.000 ευρώ ετησίως, σήμερα μετά βίας φτάνει τις 100.000 – και χωρίς προοπτική ανάκαμψης.

Οπως επιβεβαιώνει και ο Στ. Γουδής, «εμείς είμαστε τουλάχιστον 50% κάτω από το 2021 και μετά. Αν δεν γίνει άρση του εμπάργκο, η κατάσταση όλο και θα χειροτερεύει».

Είναι γεγονός ότι έχουν γίνει προσπάθειες για άνοιγμα νέων αγορών, μέσω του υπουργείου Εξωτερικών και του Enterprise Greece. Νότια Κορέα, πρώην ανατολικές χώρες, νέες επαφές. Ομως, όπως παραδέχονται οι ίδιοι οι γουνοποιοί στα «ΝΕΑ», πρόκειται για λύσεις περιορισμένης εμβέλειας. Οι εξαγωγές, που το 2014-15 άγγιζαν τα 600 εκατ. ευρώ, το 2019 έπεσαν στα 108 εκατ. και σήμερα βρίσκονται ουσιαστικά στο μηδέν. «Είναι μία ασπιρίνη στον άρρωστο. Αυτό που ζητάμε είναι να αρθεί το εμπάργκο, δεν γίνεται κάτι άλλο. Εμείς θέλουμε να δουλέψουμε. Ο κόσμος αγαπάει τη γούνα, αλλά εμείς δεν μπορούμε να το γευτούμε. Ολος ο κόσμος αγοράζει γούνες και εμείς δεν μπορούμε να πουλήσουμε», υπογραμμίζει ο Απ. Τσούκας.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.