Ο Τζέιμς Αμπραμ Γκάρφιλντ ήταν γνωστός σε όλους όσοι τον ήξεραν ως ένας ευγενής, έντιμος άνθρωπος, με ισχυρή θέληση και γερό μυαλό. Μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια, σε ένα αγρόκτημα κοντά στο Κλίβελαντ του Οχάιο, κατάφερε όμως να ξεφύγει μελετώντας. Λένε πως ήταν ιδιαίτερα ευφυής, και πως μπορούσε να μεταφράσει ένα αγγλικό κείμενο στα ελληνικά με το ένα χέρι και στα λατινικά με το άλλο – ταυτόχρονα.
Ο Γκάρφιλντ έγινε πρόεδρος ενός μικρού κολεγίου, στρατηγός στον Στρατό της Ενωσης και μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων για το Οχάιο, πριν αναλάβει, τον Μάρτιο του 1881, το υψηλότερο αξίωμα στη χώρα ως ο 20ός πρόεδρος των ΗΠΑ. Ηταν 49 χρόνων, με όλα τα προσόντα ώστε να γίνει ένας από τους σπουδαιότερους προέδρους της χώρας. Οπως και ο Λίνκολν, είχε προοδευτικές απόψεις για τους μαύρους. Οπως και ο Κένεντι, ήταν ένας γοητευτικός ρήτορας με αέρα σταρ. Οπως όμως και οι δύο αυτοί άνδρες, βρέθηκε κι αυτός αντιμέτωπος με το όπλο ενός δολοφόνου.
Ηταν Σάββατο 2 Ιουλίου του 1881, και ο Γκάρφιλντ ανυπομονούσε να ξεφύγει από τις καυτές θερμοκρασίες της Ουάσιγκτον ώστε να δει καταρχάς τη γυναίκα του, τη Λουκρίσια, ή Λουκρητία αν προτιμάτε, που ανέρρωνε πλάι στον ωκεανό, στο Νιου Τζέρσεϊ, από ελονοσία, και κατόπιν να αποσυρθεί για ένα θερινό διάλειμμα στο αγρόκτημά του, στο Μέντορ του Οχάιο. Βρισκόταν στον σιδηροδρομικό σταθμό Βαλτιμόρης και Ποτόμακ όταν ξαφνικά, δέχθηκε δύο σφαίρες, μία στο μπράτσο και μία στην πλάτη. Τον είχε πυροβολήσει ένας 39χρονος που θεωρούσε ότι η ζωή τού χρωστούσε θέση γενικού προξένου στο Παρίσι, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ένας αποτυχημένος. Οι γιατροί που έσπευσαν στον σταθμό βεβαίωσαν τον Γκάρφιλντ ότι θα ζούσε, παρότι οι ίδιοι ήταν αβέβαιοι. Ο πρόεδρος μεταφέρθηκε πίσω στον Λευκό Οίκο, με άμαξα, μέσα σε αφόρητους πόνους.
Λίγες ώρες αφότου έπεσαν οι πυροβολισμοί στην Ουάσιγκτον, πρέπει να είχαν ενημερωθεί πια όλοι οι Νεοϋορκέζοι. Τα τηλεγραφεία και οι εφημερίδες του 1881 αναρτούσαν τα τηλεγραφήματα σε τεράστιους μαυροπίνακες έξω από τα γραφεία τους. Στην ύπαιθρο, ο κόσμος συγκεντρωνόταν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, όπου οι τηλεγραφικές γραμμές έτρεχαν παράλληλα με εκείνες των σιδηροδρόμων. Η κοινωνία είχε συνηθίσει πλέον να διαβάζει ρεπορτάζ από άλλες περιοχές της χώρας στις εφημερίδες. Οταν όμως οι «New York Times» κυκλοφόρησαν με τον τίτλο «Ο Πρόεδρος Γκάρφιλντ πυροβολήθηκε από έναν δολοφόνο», η χώρα συγκλονίστηκε.
Παρότι η προεδρία του μετρούσε μόλις τέσσερις μήνες, ο Τζέιμς Αμπραμ Γκάρφιλντ ήταν ήδη αγαπητός και δημοφιλής ρήτορας από τότε που είχε θητεύσει στο Κογκρέσο. Καθώς έδινε μάχη για τη ζωή του, λάμβανε στήριξη από παντού, από μετανάστες στα βορειοανατολικά, κοινότητες μαύρων στον Νότο, εποίκους στη Δύση. Παρότι υπήρξε υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας, πίστευε βαθιά στην εκπαίδευση και στην επιχειρηματικότητα. Τα τηλεγραφήματα για την κατάστασή του ένωσαν αυτές τις διαφορετικές ομάδες. Την επομένη, πλήθη συγκεντρώθηκαν στα τηλεγραφεία, και όλοι ανακουφίστηκαν βλέποντας το μήνυμα στον μαυροπίνακα: «Υπάρχει πλέον πιο ελπιδοφόρο κλίμα».
Ο ιδιαίτερος γραμματέας του Γκάρφιλντ, ο 23χρονος Τζόζεφ Στάνλεϊ Μπράουν, ανέλαβε να στέλνει στον Τύπο ενημερωτικά δελτία μέσω τηλεγράφου, και το έκανε τρεις φορές τη μέρα, πρωί, μεσημέρι και βράδυ, χωρίς να παραλείπει καμία λεπτομέρεια, για το πώς κοιμήθηκε, τι διάθεση είχε και τι έφαγε ο πρόεδρος, πέραν της θερμοκρασίας, του σφυγμού και της αναπνοής του. Το έθνος τα καταβρόχθιζε όλα. Αρχές Σεπτεμβρίου, ο Γκάρφιλντ ζήτησε να τον μεταφέρουν στις ακτές του Νιου Τζέρσεϊ, ώστε να είναι πιο κοντά στη θάλασσα που τόσο αγαπούσε. Εκεί άφησε την τελευταία του πνοή, στις 19 Σεπτεμβρίου, «ώρα 10.35 μ.μ.», όπως ενημέρωσε τον κόσμο ένα τηλεγράφημα. Ο Γκάρφιλντ δεν πρόλαβε να μετασχηματίσει το έθνος ως πρόεδρος. Ομως κατά τις 79 ημέρες που πέρασε στο νεκροκρέβατό του, έθεσε άθελά του τα θεμέλια για τις συνήθειες βουλιμικής κατανάλωσης ειδήσεων που έμελλε να χαρακτηρίσουν τη σύγχρονη Αμερική.
Εκεί, στις ΗΠΑ, γεννήθηκε, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν οι εφημερίδες δημοσίευαν πολλαπλές εκδόσεις μέσα στην ίδια ημέρα, ο όρος «news cycle», «κύκλος ειδήσεων», που αρχικά αναφερόταν, ακριβώς, στην περιοδικότητα των εκδόσεων των εφημερίδων αλλά με τον καιρό πήρε την έννοια του χρόνου που μια είδηση παραμένει «ζωντανή» στα μέσα ενημέρωσης μέχρι να αντικατασταθεί από νέα γεγονότα. Εκεί, στις ΗΠΑ, πρωτοέγινε ταχύτερος ο κύκλος αυτός, τη δεκαετία του 1980, με την εμφάνιση του CNN, κι έπειτα ταχύτερος ακόμα, με το Διαδίκτυο και τα σόσιαλ μίντια. Εχουμε όμως φτάσει σε μια εποχή που οι κύκλοι ανοίγουν και κλείνουν χωρίς να προλαβαίνει καν το ανθρώπινο μυαλό να τους επεξεργαστεί, η αμερικανική εισβολή στη Βενεζουέλα έχει ήδη ξεχαστεί, αύριο θα ξεχαστεί και η εξέγερση στο Ιράν, μεθαύριο πιθανόν να ξεχαστεί και η προσάρτηση της Γροιλανδίας, βομβαρδιζόμαστε από συνταρακτικά γεγονότα αλλά εκείνο που μας καθηλώνει είναι ο ρυθμός και όχι τα γεγονότα αυτά καθαυτά, συνηθίζουμε στο χάος. Ποτέ άλλοτε δεν ήμασταν χειρότερα και καλύτερα ενημερωμένοι ταυτόχρονα. Ιδανικές λείες.







