Σύμφωνα με την ανάλυση της GPO («ΤΑ ΝΕΑ» 9/1), μεταξύ των ψηφοφόρων της ΝΔ εκείνοι που δηλώνουν ότι είναι πολύ πιθανό να ψηφίσουν το κόμμα που ανήγγειλε η Μαρία Καρυστιανού είναι μόλις το 1,3%. Μεταξύ των ψηφοφόρων του ΚΚΕ το 4,3% και του ΠΑΣΟΚ το 5,8%. Τα ποσοστά είναι κάπως μεγαλύτερα στους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ (11%). Κι έπειτα απογειώνονται: πολύ πιθανό να δώσει ψήφο σ’ ένα κόμμα Καρυστιανού δηλώνει το 24,6% των ψηφοφόρων της Ελληνικής Λύσης, το 27,2% της Πλεύσης κι ένα θηριώδες 51,3% των ψηφοφόρων της Νίκης.
Η πρώτη ανάγνωση αυτών των αριθμών θα δικαιολογούσε ένα εύκολο συμπέρασμα. Πως η κάθοδος στον πολιτικό στίβο του νέου σχήματος θα επηρεάσει κυρίως ή αποκλειστικά την αντιπολίτευση και ειδικά τον λεγόμενο «αντισυστημικό» χώρο. Θα ανακατανείμει τις δυνάμεις στον χώρο αυτόν. Θα συμπιέσει ή θα εξαφανίσει άλλους επίδοξους εκφραστές μιας «νέας αγανάκτησης». Θα δυσκολέψει, επίσης, ακόμη περισσότερο την φιλοδοξία του Αλέξη Τσίπρα να επαναλάβει, με κάποιον τρόπο, τον άθλο του 2012-15. Τότε που κατάφερε να συντονίσει ακροατήρια απελπισμένων, που ήθελαν «να τα σπάσουν», με ακροατήρια που κινούνταν από μια ελπίδα αλλαγής, περισσότερο ή λιγότερο ρεαλιστική.
Αλλά, με την προϋπόθεση φυσικά ότι το εγχείρημα θα πετύχει, το συμπέρασμα αυτό μπορεί να αποδειχθεί παραπλανητικό. Το νέο κόμμα θα μπορούσε να φέρει ευρύτερη αναστάτωση στην πολιτική σκηνή. Αν, για παράδειγμα, κινητοποιήσει στην κάλπη ακροατήρια που απέχουν, αν το εκλογικό σώμα των τεσσάρων εκατομμυρίων των τελευταίων ευρωεκλογών διευρυνθεί σε ένα εκλογικό σώμα έξι και άνω εκατομμυρίων, τότε όλοι οι λογαριασμοί των δημοσκοπήσεων ανατρέπονται. Κι αν μετατοπιστεί ο άξονας της εκλογικής αντιπαράθεσης σε ένα νέο «ή εμείς ή αυτοί», αυτό θα αφαιρέσει οξυγόνο (και ακροατές) τόσο από τον απολογητικό λόγο της κυβέρνησης όσο και από τον προγραμματικό λόγο της «συστημικής» αντιπολίτευσης.
Εχει, όμως, πιθανότητες να πετύχει; Θα ήταν ανόητο να βιαστεί κανείς να το αποκλείσει. Τα Τέμπη αναδείχθηκαν σε κάτι περισσότερο από ένα δράμα που εκλύει συγκίνηση ή συμπάθεια για τα θύματα και τους συγγενείς τους. Εγιναν το σύμβολο όλων των παθογενειών στη σχέση πολιτικού συστήματος και κράτους. Η στιγμή της συμβολικής διάψευσης της υπόσχεσης για μια νέα «κανονικότητα» μετά το δράμα της χρεοκοπίας. Και καθώς οι αφορμές για υπενθύμιση και επιβεβαίωση αυτής της διάψευσης πυκνώνουν, η δυναμική των Τεμπών αποδεικνύεται ανθεκτικότερη στον χρόνο. Δεν είναι τυχαίο που η έκρηξη των μεγάλων διαδηλώσεων στη δεύτερη επέτειο του δυστυχήματος, πέρυσι, ήταν πολλαπλάσιας έντασης από τις αντιδράσεις των πρώτων ημερών, όταν το τραύμα ήταν ακόμη νωπό, ή τις κινητοποιήσεις της πρώτης επετείου.
Δεν θα είναι εύκολο, φυσικά. Θα χρειαζόταν ασυνήθιστο πολιτικό χάρισμα, οργανωτική ικανότητα, αντοχή στη φθορά του χρόνου και στην ακόμη μεγαλύτερη φθορά της υπερέκθεσης σε μια αδυσώπητη δημοσιότητα, αντοχή και στην άρση μιας συναισθηματικά φορτισμένης ασυλίας, ταλέντο στην επιλογή συνεργατών και – ακόμη δυσκολότερο – προθυμία σοβαρών και ικανών ανθρώπων να συγκροτήσουν τον πολιτικό οργανισμό ενός προσωποπαγούς κόμματος. Τίποτε από αυτά δεν έχει ως τώρα φανερωθεί, ούτε καν ως υποψία. Αντίθετα, ό,τι έχουμε ακούσει δείχνει να κινείται στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση.
Το εγχείρημα, λοιπόν, είναι πιθανό να αποτύχει, να μην έχει διάρκεια ή να προσθέσει, απλώς, άλλο ένα σε μια δέσμη μεσαίας δύναμης κομμάτων, στην περιοχή του 10%-15%, που αλληλοεξουδετερώνονται. Ακόμη κι έτσι, όμως. Το γεγονός ότι ένας στους τρεις πολίτες δηλώνει πολύ ή αρκετά πιθανό (14%+16% στην τελευταία έρευνα της Metron) να υποστηρίξει ένα κόμμα που δεν είναι (και μάλλον δεν θα γίνει ποτέ) κόμμα, δεν έχει ιδεολογικό στίγμα, πρόγραμμα, οργάνωση και στελέχη, δεν είναι από μόνο του επαρκής απόδειξη του πολιτικού προβλήματος που αντιμετωπίζουμε; Του κενού εκπροσώπησης που χάσκει; Το «κόμμα Καρυστιανού», και η δυνητική υποστήριξη που συγκεντρώνει, δεν είναι, φυσικά, παρά το σύμπτωμα που φανερώνει το πρόβλημα. Δεν θα μπορούσε το σύμπτωμα να είναι και η λύση. Θα μπορούσε όμως – αν μας επιτρέπεται μια σταγόνα αισιοδοξίας – να παρακινήσει άλλους, εκείνους που θεωρητικά θα μπορούσαν να προσφέρουν μια λύση, να «ψαχτούν» καλύτερα. Να καλύψουν το κενό.







