«Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα». Θα ήταν καλύτερα να το ακούγαμε στο ορίτζιναλ, με τη φωνή του Κατράκη, αλλά και η δική μου φωνή μια χαρά μού ακούγεται. Σε κάθε ματς μουτς, σε κάθε «καλή χρονιά» που υποκριτικά ανταλλάσσω, βροντάει μέσα μου ο ποιητής, κάθε χτύπος και μια δεκαετία plus ή μείον. Σταματήστε να προκαλείτε την τύχη σας. Πόσα γίνανε μέσα στις πρώτες ώρες της νέας χρονιάς; Ως γνωστόν, το χρόνο τον κουνάνε τα γεγονότα και να που φτάσαμε κιόλας στο Πλειστόκαινο (πλείστος + καινός) – πιο πίσω δεν έχει. Αν μάλιστα στέρξει κι αυτό με την Γροιλανδία, τότε πια είμαστε πολύ κοντά στην εποχή των Παγετώνων, όπου ένα μαλλιαρό και μοναχικό μαμούθ πιάστηκε κότσος από έναν παρλαπίπα ορνιθόρυγχο και δώστου κλώτσο να γυρίσει.
Ούτε το μαμούθ βλέπω, ούτε τον ορνιθόρυγχο. Βασικά δεν βλέπω τίποτα που να θέλω να δω και η συμπύκνωση του χρόνου δεν είναι ακριβώς συναισθηματική, έτσι όπως την έγραψε ο Ελύτης, αλλά εντελώς χειροπιαστή πλέον. Μας ακουμπάει και την ακουμπάμε. Τώρα; Ο Μαδούρο κούτσα κούτσα και με τρίκοχο καπελάκι παλιάτσου, η κυρία του ξανθιά και με τσιρότο στο κούτελο. Να μια εικόνα που μέχρι μια βδομάδα πίσω, πολύ θα μας άρεσε. Τώρα όμως πάει ο παλιός ο χρόνος… Κυρίες και κύριοι και αγαπητά μου παιδιά, ό,τι θα δείτε στο εξής δεν θα έχει ξαναματαγίνει. Κι εσύ εξόριστε ποιητή στον αιώνα σου, δεν είναι αυτό που νομίζεις. Ο,τι πεις, θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σου.
Εντωμεταξύ, στα μίντια, εκεί που λαλούν πολλοί κοκόροι, γίνεται της Πεντηκοστής. Κάθε κεφάλι κι άλλη φλογίτσα. Ο ένας λέει ότι ο καβγάς έγινε για τα πετρέλαια. Ο άλλος, ότι έχουν κοιτάσματα αλλά τα τραβάνε και δεν βγαίνουν. Ο παράλλος έχει βάλει τη χέρα του μέσα στα τζιέρια του Τραμπ και παριστάνει τον σπλαχνοσκόπο. Από κοντά κι εγώ, μεταμφιεσμένη σε πολική αρκούδα, κοιτάζω ν’ ανοίξω καμιά τρύπα στον πάγο με τη φλογίτσα μου, μήπως σταθώ τυχερή και χάψω καμιά γαρίδα Γροιλανδίας. «Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας» έχει πολλά ράμματα για τη γούνα μας.







