Ο οδηγός του ταξί, γύρω στα 55, που χρησιμοποίησα χθες το πρωί – από εταιρεία παραδοσιακή, από αυτές που λειτουργούν ακόμη τηλεφωνικά και έχουν στην αναμονή τη μουσική από το «Ragtime» του Ράντι Νιούμαν –, μου το ξεκαθάρισε μόλις μπήκα. «Το POS είναι χαλασμένο». Του είπα ότι δεν επρόκειτο, ούτως ή άλλως, να τον πλήρωνα με POS, αλλά εκείνος επέμενε. «Πάντως, αν δεν έχετε χρήματα, πληρώνετε άλλη φορά. Αλίμονο, τόσα χρόνια πελάτισσα, δεν θα χαθούμε». Αφού πέρασα μια στιγμιαία υπαρξιακή κρίση, ανερωτώμενη τι ήταν αυτό στην εμφάνιση ή την έκφρασή μου που τον έκανε να πιστεύει ότι δεν μπορώ να πληρώσω τη διαδρομή, μπήκα κι εγώ στο παιχνίδι. «Ο,τι δεν μπορείς να αποφύγεις, απόλαυσέ το», δεν λένε; Ασε που μυριζόμουν ότι, από τη συζήτηση, θα έβγαινε και το σημερινό μου θέμα. «Μα, αν δεν είχα χρήματα, δεν θα έπαιρνα ταξί», του απάντησα. «Α, μην το λέτε αυτό, κυρία μου. Ξέρετε τι ακούω κάθε μέρα εδώ μέσα; Ο κόσμος υποφέρει με αυτούς τους αλήτες που έχουμε μπλέξει».

Εδώ είμαστε, καλά το μυριζόμουν. Με το που τον ρώτησα ποιους εννοεί, σαν να πάτησα ένα κουμπάκι και άρχισε το παραλήρημα. «Ολους, κυρία μου, όλους αυτούς που μας κυβερνούν εδώ και πενήντα χρόνια. Καραμανλήδες, Παπανδρέοι, Μητσοτάκηδες, Τσίπρηδες, όλοι λαμόγια είναι. Εις βάρος μας ζουν και από τα δικά μας λεφτά φτιάχνουν τις περιουσίες τους». Συνέχισε με την περιγραφή αμύθητου πλούτου των προαναφερομένων που ήξερε από πολύ σίγουρη πηγή αφού «έχει δικό του άνθρωπο στην Εφορία». Δεν θυμάμαι τώρα ποιος είχε τι, αλλά άκουσα για ουρανοξύστη στο Ντουμπάι, δύο ιδιωτικά νησιά, εκτάσεις στην Τουρκία «…διότι εκεί παίζεται το παιχνίδι τώρα», πολλά καράβια στο όνομα άλλων για ξεκάρφωμα, ποιος πολιτικός έχει αγοράσει τη ΔΕΗ αλλά δεν μας το λένε. Οταν τον ρώτησα αν τα δηλώνουν αυτά στην Εφορία, γύρισε και με κοίταξε (ενώ οδηγούσε σε μεγάλη λεωφόρο) και μου είπε με ύφος στοργικής απαξίωσης: «Ελάτε τώρα, είστε και μορφωμένη γυναίκα». «Και πώς τα ξέρει ο φίλος σας ο εφοριακός;», τόλμησα να αντιτάξω. «Αλλο αυτό», ήρθε η αποστομωτική απάντηση.

Στη συνέχεια μου είπε ότι θα ψηφίσει «και με τα δύο χέρια» την Καρυστιανού διότι είναι απλός άνθρωπος και ήρθε η ώρα να κυβερνήσουν αυτή τη χώρα απλοί άνθρωποι, να μπουν στη φυλακή οι κλέφτες και να αποδοθεί, επιτέλους, δικαιοσύνη. Σε ποιο θέμα; Σε όλα. «Ολες οι μεγάλες δίκες να ξαναγίνουν από την αρχή». (Σκέφτηκα να τον ρωτήσω αν θα φτάσουμε μέχρι τη δίκη της Νυρεμβέργης, αλλά φοβήθηκα). Μου είπε επίσης ότι δεν παίρνει φάρμακα διότι δεν εμπιστεύεται τους γιατρούς, στην ερώτηση αν έκανε εμβόλια για τον Covid παραλίγο να τρακάρουμε και την ώρα που πλήρωνα, μου είπε με πονηρό ύφος: «Αν θέλετε να με πληρώσετε με POS, λειτουργεί. Αλλά δεν το χρησιμοποιώ διότι, μέσω του POS, με παρακολουθούν. Εσείς όμως είστε εντάξει». Πήρα τα ρέστα μου και πήγα στο καλό.

Το φαινόμενο Ντιντερό δεν ισχύει μόνο για ένα σπιράλ κατανάλωσης στο οποίο η μία αγορά φέρνει την άλλη, αλλά περιγράφει και ένα βαθύ πηγάδι λαϊκισμού.

Η καινούργια του κόκκινη ρόμπα

Ο γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας Ντενί Ντιντερό ζούσε, τον 18ο αιώνα, μια ζωή λιτή, φτωχική. Μέχρι που αγόρασε μια πολυτελή κόκκινη ρόμπα. Με το που τη φόρεσε, τα υπόλοιπα υπάρχοντά του έμοιαζαν φτωχικά, παρακατιανά σε σχέση με την καινούργια του ρόμπα. Και άρχιζε σιγά σιγά να τα αλλάζει χωρίς, στην πραγματικότητα, να χρειάζονται αλλαγές. Με αφορμή αυτό, έγραψε το σύγγραμμα «Η καινούργια μου κόκκινη ρόμπα», όπου περιγράφει την ανάγκη για αλυσιδωτή αγορά αγαθών, ανάλογου επιπέδου με το αντικείμενο που την προκάλεσε.

Φαίνεται ότι το ίδιο ισχύει και με τον λαϊκισμό. Από τη στιγμή που κάποιος λέει ότι θα ψηφίσει Καρυστιανού, ξέρεις γι’ αυτόν τα πάντα. Ακόμη και το ότι θέλει να ανακηρυχθεί άγιος ο Καποδίστριας.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.