Τη νομιμότητα της απόφασης της βρετανικής κυβέρνησης να απαγορεύσει στα εθνικά μουσεία της χώρας να αποφασίζουν μόνα τους για επαναπατρισμούς έργων τέχνης αμφισβητούν το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM) και έγκριτοι βρετανοί νομικοί. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα την προοπτική της επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα, καθώς, εάν δεν είχε επιβληθεί η επίμαχη – «αντισυνταγματική», όπως καταγγέλλεται – απαγόρευση, οι επίτροποι του Βρετανικού Μουσείου θα μπορούσαν, εφόσον προέκυπτε συμφωνία με την ελληνική κυβέρνηση, να προχωρήσουν στη μόνιμη επιστροφή των έργων του Φειδία χωρίς να απαιτηθεί αλλαγή του περιβόητου νόμου του 1963.

Με επιστολή τους προς τη βρετανίδα υφυπουργό Πολιτισμού Στέφανι Πίκοκ, την οποία φέρνουν σήμερα στη δημοσιότητα «ΤΑ ΝΕΑ», ο Κρίστιαν Μπαρς και η Μαρία Μπλιζίνσκι, συμπρόεδροι του ICOM UK, του βρετανικού παραρτήματος του διεθνούς οργανισμού που καθορίζει τα επαγγελματικά και δεοντολογικά πρότυπα λειτουργίας των μουσείων, ζητούν να μάθουν για ποιον λόγο αποκλείστηκαν τα εθνικά μουσεία από τη δυνατότητα να επιστρέφουν τεχνουργήματα «στη βάση μιας ηθικής υποχρέωσης», παρά το γεγονός ότι η βρετανική Βουλή έχει ψηφίσει νόμο ο οποίος δεν προβλέπει τέτοια εξαίρεση.

Επαναπατρισμοί για «ηθικούς λόγους»

Πρόκειται για τον Νόμο περί Ευαγών Ιδρυμάτων (Charities Act 2022), που ψηφίστηκε τον Φεβρουάριο του 2022 και εισάγει τη διαδικασία των «χαριστικών αποζημιώσεων» (ex gratia payments), βάσει της οποίας τα μουσεία μπορούν να προχωρούν σε επαναπατρισμούς αντικειμένων της συλλογής τους για «ηθικούς λόγους» – για παράδειγμα, εάν υπάρχουν ενδείξεις ότι αποκτήθηκαν με ανήθικο ή αμφιλεγόμενο τρόπο. Οι επιστροφές υλοποιούνται κατόπιν έγκρισης της Επιτροπής Ευαγών Ιδρυμάτων ή, σε σπανιότερες περιπτώσεις, του γενικού εισαγγελέα ή κάποιου δικαστηρίου της χώρας.

Ωστόσο, τον Οκτώβριο του 2022, η κυβέρνηση των Συντηρητικών «πάγωσε» την εφαρμογή των άρθρων 15 και 16 του νόμου, με τα οποία θεσπίζονταν οι «χαριστικές αποζημιώσεις», με απώτερο στόχο – σύμφωνα με πληροφορίες – να μπλοκάρει τις επιστροφές πολιτιστικών θησαυρών όπως τα Γλυπτά του Παρθενώνα ή τα Μπρούντζινα του Μπενίν. Δεκαπέντε μήνες αργότερα, ο τότε υφυπουργός Πολιτισμού λόρδος Πάρκινσον γνωστοποίησε την πρόθεση της κυβέρνησης να εξαιρέσει τα εθνικά μουσεία από τις επίμαχες διατάξεις, ώστε να μην μπορούν να επιστρέψουν τέχνεργα για «ηθικούς λόγους». Τελικά, το «έργο» του ολοκληρώθηκε από μια άλλη κυβέρνηση, αυτή των Εργατικών: τον περασμένο Νοέμβριο, η Πίκοκ υπέγραψε πράξη νομοθετικού περιεχομένου με την οποία εξαιρούσε από τις «χαριστικές αποζημιώσεις» δεκαέξι εθνικά μουσεία, μεταξύ αυτών το Βρετανικό.

Νομικοί που ειδικεύονται στο πολιτιστικό δίκαιο εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για τη νομιμότητα της εξαίρεσης, η οποία δεν εγκρίθηκε – όπως τονίζουν ότι θα έπρεπε – από το βρετανικό κοινοβούλιο. «Η νομοθεσία είναι σαφής: η κυβέρνηση δεν μπορεί να παρακάμψει την κοινοβουλευτική διαδικασία τροποποιώντας, με άλλα μέσα, έναν νόμο που ψηφίστηκε από τη Βουλή», εξηγεί η Ερικα Κραμπ, μία από τις πλέον διακεκριμένες δικηγόρους σε θέματα πολιτιστικής κληρονομιάς και μουσείων στη Βρετανία. «Ο Νόμος περί Ευαγών Ιδρυμάτων εισήγαγε την επίμαχη διάταξη (σ.σ.: τις “ηθικού χαρακτήρα” επιστροφές) και τη σχεδίασε σαφώς και ρητά ώστε να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου προηγουμένως ίσχυε απαγόρευση (σ.σ.: στα εθνικά μουσεία). Η εξουσία που ανατέθηκε στην υπουργό Πολιτισμού είχε να κάνει με το πότε – όχι με το αν – θα εφαρμοστεί η εν λόγω διάταξη», διευκρινίζει η Κραμπ, διευθύνουσα εταίρος στο δικηγορικό γραφείο του Λονδίνου Bates Wells, η οποία ερεύνησε ενδελεχώς το θέμα μαζί με τον συνάδελφό της Μαρκ Αμποτ.

Υπέρβαση αρμοδιοτήτων

«Κατ’ ουσίαν, η κυβέρνηση άλλαξε έναν νόμο που ψήφισε η Βουλή. Δεν ακολουθήθηκε καμία κοινοβουλευτική διαδικασία ούτε ασκήθηκε κοινοβουλευτικός έλεγχος», υπογράμμισε η Κραμπ. «Φαίνεται ότι η κυβέρνηση διαφωνεί με τον νόμο και καταργεί μέρος των διατάξεών του. Πρόκειται για μια ανησυχητική υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας σε ζητήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του κοινοβουλίου. Η ορθή διαδικασία για την τροποποίηση του νόμου είναι η κατάθεση νέου νομοσχεδίου στη Βουλή», συνέχισε.

«Η Βουλή είναι εκείνη που θεσπίζει τους νόμους, όχι η κυβέρνηση. Είναι απολύτως ανάρμοστο να υιοθετεί η κυβέρνηση μια πολιτική παράκαμψης του κοινοβουλίου και να αλλάζει τον νόμο προχωρώντας σε επιλεκτική εφαρμογή των διατάξεών του. Ακόμη χειρότερα: τα δικαστήρια έχουν επανειλημμένα κρίνει ότι η απόφαση της εκτελεστικής εξουσίας να μην εφαρμόσει έναν νόμο είναι παράνομη», σημείωσε η έγκριτη νομικός, εγείροντας θέμα συνταγματικότητας. «Τίθεται ζήτημα συνταγματικής τάξης. Το Σύνταγμα του Ηνωμένου Βασιλείου στηρίζεται σε μια ευαίσθητη ισορροπία εξουσιών. Εάν η κυβέρνηση πιστεύει ότι ο νόμος θα έπρεπε να είναι διαφορετικός, οφείλει να νομοθετήσει εκ νέου. Αυτό που δεν μπορεί να κάνει είναι να αποκλείει τη Βουλή από τη διαδικασία θέσπισης νόμων».

Οργανισμοί όπως το Parthenon Project έχουν από καιρό επισημάνει την ανάγκη να δοθεί στους επιτρόπους και τις διοικήσεις των μουσείων η εξουσία να αποφασίζουν μόνοι τους για το μέλλον των τεχνουργημάτων που βρίσκονται στις συλλογές τους, προοπτική που υποστηρίζουν κορυφαία ιδρύματα, όπως το Μουσείο Βικτωρίας και Αλβέρτου. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μπαρς, εκ των συντακτών της επιστολής, είναι παράλληλα προϊστάμενος συλλογών των Εθνικών Μουσείων του Λίβερπουλ. Αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον η απάντηση του βρετανικού υπουργείου Πολιτισμού στην επιστολή του ICOM (οργανισμός που ενεργεί ως σύμβουλος του ΟΗΕ), στην οποία ερωτάται η αρμόδια υφυπουργός εάν – και πότε – προτίθεται να άρει τον αποκλεισμό των εθνικών μουσείων και, αν όχι, να εξηγήσει γιατί.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.