Στην αυγή του 2026, ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός εξοπλισμών δεν μπορεί πλέον να προσεγγιστεί ως μια περιοδική έξαρση στρατιωτικών δαπανών ή ως τεχνική απάντηση σε μεμονωμένες προκλήσεις. Αντιθέτως, συνιστά μια δομική συνθήκη του περιφερειακού συστήματος ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου η αλληλεπίδραση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας διαμορφώνεται από το διαρκές δίλημμα ασφάλειας, την ασυμμετρία στρατηγικών φιλοδοξιών και τη μετάβαση της ισχύος από ποσοτικές σε ποιοτικές και δικτυοκεντρικές μορφές. Το αποτέλεσμα είναι η αναπαραγωγή ενός φαύλου κύκλου στρατιωτικής προσαρμογής, ο οποίος δεν καθορίζεται από τις δηλωμένες προθέσεις αλλά από τις αντιληπτές δυνατότητες.

Η τρέχουσα φάση του ανταγωνισμού διαφοροποιείται ποιοτικά από το παρελθόν. Δεν πρόκειται πλέον για ποσοτική συσσώρευση μέσων, αλλά για μετάβαση σε αρχιτεκτονικές ισχύος που βασίζονται στη δικτύωση, την ακρίβεια και την άρνηση πρόσβασης. Η αποτροπή μετασχηματίζεται από απειλή τιμωρίας σε στρατηγική άρνησης, επιδιώκοντας να καταστήσει κάθε αναθεωρητική ενέργεια επιχειρησιακά ασύμφορη και πολιτικά υψηλού κόστους.

Η ελληνική στρατηγική των τελευταίων ετών αποσκοπεί στην αποκατάσταση της αποτρεπτικής αξιοπιστίας μετά από μια μακρά περίοδο οικονομικής και στρατηγικής αδράνειας. Η επένδυση σε σύγχρονες ναυτικές και αεροπορικές δυνατότητες, καθώς και ο σχεδιασμός πολυστρωματικής αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής άμυνας συγκροτούν ένα πλέγμα άρνησης ελέγχου του θαλάσσιου και εναέριου χώρου. Η λογική δεν είναι η συμμετρία μέσων, αλλά η ασυμμετρία αποτελεσμάτων. Ωστόσο, η περιορισμένη εγχώρια βιομηχανική συμμετοχή υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη στρατηγική ανθεκτικότητα.

Αντίθετα, η τουρκική προσέγγιση συνδέει συστηματικά την εξοπλιστική πολιτική με τη βιομηχανική αυτάρκεια και τον στρατηγικό αναθεωρητισμό. Η ανάπτυξη εγχώριων στρατιωτικών δυνατοτήτων, η έμφαση στα μη επανδρωμένα μέσα και η εξαγωγική δυναμική του αμυντικού τομέα προσδίδουν στην Αγκυρα αυτονομία δράσης και ικανότητα διαμόρφωσης τετελεσμένων. Ο θαλάσσιος χώρος αντιμετωπίζεται ως πεδίο ισχύος και όχι ως αντικείμενο αποκλειστικά νομικής ρύθμισης.

Το διεθνές περιβάλλον ενισχύει αυτή τη δυναμική. Η ρευστότητα της ευρωατλαντικής ασφάλειας, τα διδάγματα του πολέμου στην Ουκρανία και η ευρωπαϊκή αναζήτηση στρατηγικής αυτονομίας επιταχύνουν τις εξοπλιστικές επιλογές και των δύο πλευρών. Ετσι, ο ανταγωνισμός παγιώνεται ως μόνιμη συνθήκη.

Το κρίσιμο διακύβευμα για το 2026 δεν είναι η αποφυγή του, αλλά η διαχείρισή του μέσω αξιόπιστης αποτροπής και μηχανισμών ελέγχου κρίσεων, ώστε το δίλημμα ασφάλειας να μην εξελιχθεί σε αυτοεκπληρούμενη σύγκρουση. Σε αυτό το πλαίσιο, η σταθερότητα δεν ταυτίζεται με την εξομάλυνση, αλλά με μια εύθραυστη ισορροπία φόβου και υπολογισμού. Η απουσία θεσμοποιημένων μηχανισμών στρατηγικής επικοινωνίας αυξάνει τον κίνδυνο ακούσιας κλιμάκωσης, ιδίως σε περιβάλλον αυξημένης στρατιωτικής παρουσίας και υβριδικών πρακτικών. Η εμπειρία δείχνει ότι η αποτροπή χωρίς κανάλια διαχείρισης κρίσεων είναι εγγενώς ασταθής. Συνεπώς, ο εξοπλιστικός ανταγωνισμός, όσο αναπόφευκτος και αν είναι, οφείλει να συνοδεύεται από πολιτικό έλεγχο, διαφάνεια προθέσεων και περιορισμούς συμπεριφοράς, διαφορετικά μετατρέπεται από εργαλείο σταθερότητας σε παράγοντα διαρκούς αβεβαιότητας.

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.