Στην ταινία «Νυρεμβέργη» του Τζέιμς Βάντερμπιλντ, που βγήκε πριν από μερικούς μήνες στους κινηματογράφους, υπάρχει μια σκηνή όπου, πριν από την έναρξη της γνωστής πρώτης δίκης, ο αμερικανός ανώτατος δικαστής Ρόμπερτ Τζάκσον πηγαίνει τον ψυχίατρο Ντάγκλας Κέλι στο βομβαρδισμένο Ehrenhalle, σε μια προσπάθεια να τον πείσει να συμβάλει ουσιαστικά στην εξέταση του Ναζί Χέρμαν Γκέρινγκ. Του περιγράφει τι έχει συμβεί στο συγκεκριμένο σημείο, όπου το 1935 ο Χίτλερ ανακοίνωσε τους Νόμους της Νυρεμβέργης. Τότε, στις 15 Σεπτεμβρίου, οι Ναζί όρισαν πως Εβραίοι ήταν όποιοι έχουν έστω τρεις εβραίους παππούδες ή γιαγιάδες στην πορεία του γενεαλογικού τους δέντρου, κατέστησαν παράνομο το να παντρεύονται με τους υπόλοιπους Γερμανούς, τους αφαίρεσαν τη γερμανική υπηκοότητα και έσβησαν όλα τα εβραϊκά ονόματα από τα μνημεία για τους πεσόντες εν καιρώ πολέμου. Εκτοτε οι Εβραίοι δεν μπορούσαν να χρησιμοποιούν τα κρατικά νοσοκομεία, δεν είχαν πρόσβαση στη δημόσια εκπαίδευση, δεν μπορούσαν να μελετήσουν στις βιβλιοθήκες ή να περπατήσουν στα πάρκα.
Πριν από τις βόμβες, τη βία και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, είχαν έρθει οι νόμοι. Και ήταν αυτοί που δεν βρήκαν αντίσταση, αυτοί που έγιναν σιωπηλά αποδεκτοί από πολίτες απαθείς και έτοιμους να αποκτήσουν την ταυτότητα του θύτη. Ισως, σκέφτηκε ο Τζάκσον, όλοι όσοι μπορούσαν, να μη μίλησαν, γιατί τα όσα ανακοινώθηκαν δεν τους αφορούσαν, όπως τους αφορούσε η ταπείνωση που υπέστησαν στη Συνθήκη των Βερσαλλιών.
Ετσι αποφάσισε πως ό,τι αρχίζει με τον νόμο έπρεπε να τελειώσει με τον νόμο – έστω κι αν αυτός δεν υπήρχε ακόμα, έπρεπε να εφευρεθεί. Και κάπως έτσι πήραν μορφή οι Δίκες της Νυρεμβέργης, ώστε η διεθνής κοινότητα να αποδείξει τα εγκλήματα των Ναζί, όχι απλώς να τα περιγράψει ή να τα τιμωρήσει. Εκτοτε, πολλές σελίδες ακαδημαϊκών επικρίσεων γράφτηκαν για αυτές τις δίκες, που μετατράπηκαν σε παγκόσμιο σόου και δεν τιμώρησαν παρά μόνο με συμβολικό τρόπο. Ακριβώς επειδή αφορούσαν συγκεκριμένα ανώτατα πρόσωπα, άφησαν χιλιάδες άλλους που πήραν μέρος στο Ολοκαύτωμα και στη ναζιστική κτηνωδία να επιστρέψουν στην κανονική τους ζωή, να παραμείνουν στον κρατικό μηχανισμό και να κρύψουν το παρελθόν τους πίσω από την προσπάθεια ανοικοδόμησης – δημιουργώντας επιπλέον τραύματα στα παιδιά και τα εγγόνια τους, ανακυκλώνοντας το ενοχικό σύνδρομο που σήμερα εκμεταλλεύεται η Ακροδεξιά στη Γερμανία για να σηκώσει κεφάλι.
Εκείνη τη χρονική στιγμή, ωστόσο, το μακρινό 1946, κανείς δεν πίστευε σε τίποτα – τα εγκλήματα θα μπορούσαν εύκολα να χαθούν στη μνήμη των στρατιωτών που απελευθέρωσαν τα στρατόπεδα, σε μπομπίνες που δεν χρησιμοποιούνταν ποτέ ως πειστήρια. Η Νυρεμβέργη το απέτρεψε, υπενθυμίζοντας στους νικητές πως η ουσιαστική διαφορά τους από τους ηττημένους είναι πως τουλάχιστον αυτοί σέβονται τα όρια της εξουσίας τους, πως ξέρουν να συνεργάζονται (όπως έκαναν οι δικαστές από τις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και την ΕΣΣΔ), πως ξέρουν ποιος είναι ο τρόπος όσα συνέβησαν να μην ξαναγίνουν. Και αυτή η επιλογή ήταν τόσο εμφατική, τόσο καθαρή, που υπερέβησαν κάθε επίδειξη δύναμης. Οι θεμελιώδεις κανόνες της έχουν μείνει ίδιοι, αναλλοίωτοι στον χρόνο, εμπλουτισμένοι από διεθνείς κανόνες και περίπλοκες σχέσεις που χτίστηκαν μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο σόου της Νυρεμβέργης χρωστάμε το ότι σήμερα μπορούμε να αναγνωρίζουμε τα νέα όρια. Ακόμα και αν δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε εκείνους που τα ξεπερνούν.







