Οσο κι αν η μικροσκοπική όραση των πραγμάτων λειτούργησε και λειτουργεί πάντα εις βάρος της αντίστοιχης μακροσκοπικής, μια υπόνοια ή έστω μια ξεθωριασμένη ανταύγεια της ρήσης του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, πως «αν ο καθένας καθάριζε το κατώφλι του σπιτιού του, σε λίγο όλη η πόλη (σ.σ.: εννοεί σαφώς τον κόσμο ολόκληρο) θα έλαμπε», εξακολουθεί να επιμένει μέσα μας. Με αποτέλεσμα, παρά τα όσα εξαιρετικώς κρίσιμα συμβαίνουν «μακριά» μας, ονόματα όπως του Αλέξη Τσίπρα, της Μαρίας Καρυστιανού και του Στέφανου Κασσελάκη (άσχετο αν στη θέση τους θα μπορούσε να επιλέξει κανείς διακόσια άλλα ονόματα) συνδυαζόμενα, σε σχέση με αποφάνσεις τους, να μπορούν να θεωρηθούν ως χαρακτηριστικά ενός ανεξιχνίαστου, μέσα στα χρόνια, προβλήματος.
Με διαστάσεις και παραμέτρους πολιτικές, κοινωνικές, ηθικές, πνευματικές και πολιτιστικές, που θέτουν ευθέως το ερώτημα και ταυτόχρονα τη διερώτηση κατά πόσο λόγια που προορίζονται να παραμείνουν λόγια, δηλαδή αέρας κοπανιστός, λόγια που έχουν εκστομιστεί με διαφορετική σύνθεση άπειρες φορές, χωρίς να έχουν στο ελάχιστο υλοποιηθεί, λόγια που εκφέρονται με συνείδηση ότι δεν θα χρεώνουν στο παραμικρό τον άνθρωπο που τα λέει, αφού δεν πρόκειται ποτέ να κληθεί να λογοδοτήσει, αν δεν αποκτήσουν ακόμη κι ένα υποτυπώδες αντίκρισμα, εξακολουθούν να πείθουν, αδιάφορο αν είναι ένας, λίγοι, πολλοί ή πάμπολλοι – που είναι πάμπολλοι – όσοι έχουν ήδη πειστεί ή είναι διατεθειμένοι να πειστούν.
Με την έννοια ακριβώς ότι λόγια που λέγονται ανώδυνα και ανέξοδα συγκροτούν, έστω και αν δεν υπάρχει καμιά αντίστοιχη επιδίωξη από πλευράς των ανθρώπων που τα διατυπώνουν, ένα «σώμα» εύκολα εντοπίσιμο ως προς την προοπτική της μη επιβεβαίωσής του. Καθώς ένας καταιγισμός σε λόγια, κρίσεις, αναλύσεις, συμπεράσματα, αλλά και απαξιώσεις, ύβρεις ή αναθέματα, όπως τα υφιστάμεθα πλέον όλοι μας στο πολιτικό προσκήνιο της χώρας, κάνει αναπόφευκτο τον συνδυασμό τριών χαρακτηριστικότατων και αντιστοίχου πνεύματος αποφάνσεων, προερχόμενων όμως από τόσο διαφορετικούς – υποτίθεται – μεταξύ τους ανθρώπους.
Τον Στέφανο Κασσελάκη, όταν στις φούριες του ως πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ και μελλοντικός πρωθυπουργός της χώρας έθεσε ως στόχο «την ανασυγκρότηση εκ βάθρων του κράτους ώστε να καταστεί αποδοτικό και να λειτουργεί για τον καθένα». Τον Αλέξη Τσίπρα, όταν στην παρουσίαση του βιβλίου του μίλησε, ανάμεσα σε άλλα, «για την ανάγκη επανίδρυσης και ριζικής ανασύνθεσης του προοδευτικού χώρου, καλώντας σε δημιουργία μιας μεγάλης, πολύχρωμης κινηματικής παράταξης που βασίζεται στην αυτοοργάνωση, την αλληλεγγύη και την πρόοδο». Και τη Μαρία Καρυστιανού, όταν πριν από λίγες μέρες διαβεβαίωσε πως «αλλάζουμε το θλιβερό παρόν και χτίζουμε με σιγουριά και περηφάνια το λαμπρό μέλλον που αξίζει στα παιδιά μας. Θα τα καταφέρουμε. Διότι το φως κερδίζει πάντα».
Με όλο τον σεβασμό σε ένα δράμα ισοβίως ανεπούλωτο, θα ήθελε να ρωτήσει κανείς την κυρία Καρυστιανού: Σε περίπτωση που δεν είχε υπάρξει η τραγωδία των Τεμπών ώστε να αναλάβει η ίδια τις σωτήριες για τη χώρα πρωτοβουλίες της, θα είχαμε καταδικαστεί να παραμείνουμε στο σκοτάδι; Και με εξίσου μεγάλη, σε σχέση με τον σεβασμό, απορία, θα ήθελε να ρωτήσει κανείς τον πρώην πρωθυπουργό όταν μιλάει για «αυτοοργάνωση», πώς ακριβώς την εννοεί; Γιατί δεν την κατονομάζει ακριβώς όταν την ίδια αυτή λέξη την έχουμε ζήσει ως σήμερα ως την αποθέωση μιας μικροαστικής νοοτροπίας που υπονομεύει, αν δεν καταργεί, την έννοια της αλληλεγγύης. Η πολιτική μοιάζει να έχει περιέλθει σε ένα αδιέξοδο καθώς έχει παγιδευτεί στα δεσμά μιας αναπόδεικτης και οπισθοδρομικής λεκτικής κοινοτοπίας.
- Παπανικολάου: «Βρίσκουμε τον ρυθμό μας – Μας έχει βοηθήσει ο Μόρις και το ίδιο θα κάνει ο Τζόουνς»
- Τα 25 χρόνια του Σωματείου «Ελληνική Γλωσσική Κληρονομιά» και το11μελές νέο ΔΣ του
- Reuters: Το κρυφό σχέδιο του Τραμπ για να αγοράσει την Γροιλανδία – Εφάπαξ πληρωμές 10.000 έως 100.000 δολαρίων ανά άτομο







