Σε μια στιγμή του εξαιρετικού ντοκιμαντέρ του Netflix για τα 100 χρόνια του New Yorker, η κάμερα πιάνει τα πρόσωπα των δημοσιογράφων την ώρα που συνειδητοποιούν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εκλεγεί για δεύτερη φορά. Είναι συντετριμμένοι. Είναι αποσβολωμένοι. Είναι αμίλητοι. Στην επόμενη σκηνή, ο διευθυντής του περιοδικού Ντέιβιντ Ρέμνικ λέει πως ένας από τους κινδύνους της ζωής σε ένα αυταρχικό καθεστώς είναι ότι ο ηγέτης θέλει να απομυζήσει τη δύναμη του κόσμου. «Επικρατεί η ηττοπάθεια. Δεν νομίζω όμως ότι κάποιος σε αυτή τη δουλειά, ή οποιοσδήποτε πολίτης, πρέπει να υποκύψει σε αυτό. Η απόγνωση είναι ασυγχώρητη αμαρτία. Οχι, λοιπόν! Οχι! Είναι ανεπίτρεπτο».

Λίγες μέρες πριν δω το ντοκιμαντέρ, έφαγα στο Κολωνάκι με τον Μάικλ Σαντέλ. Ο μεγάλος αμερικανός φιλόσοφος είχε μόλις φτάσει στην Αθήνα για να εκφωνήσει την επομένη, που ήταν και Παγκόσμια Ημέρα Φιλοσοφίας, μια διάλεξη στο Πανεπιστήμιο. Του εξέφρασα αυθόρμητα την απελπισία μου για τις παγκόσμιες εξελίξεις και για την απόλυτη αδυναμία του φιλελεύθερου κόσμου να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα Τραμπ. Δεν εξεπλάγη, φυσικά, δεν έλεγα κάτι πρωτότυπο. Ηταν όμως κατηγορηματικός: «Καταλαβαίνω την απόγνωσή σας με τον Τραμπ, την αισθάνονται και πολλοί Αμερικανοί, οι μισοί, τουλάχιστον οι μισοί. Δεν πρέπει να συγχέουμε όμως την απόγνωση με την απογοήτευση, είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Και βλέπουμε ότι ακόμη και άνθρωποι που ψήφισαν τον Τραμπ είναι απογοητευμένοι με αυτά που έχει κάνει. Πρέπει λοιπόν να υπάρξει μια πειστική, ελκυστική εναλλακτική λύση, που θα απαντήσει σε αυτή την απογοήτευση».

Του λέω ότι η Κάμαλα δεν ήταν μια τόσο κακή υποψήφια, αλλά κι ότι ο Μπάιντεν ήταν ένας καλός πρόεδρος, ασχέτως αν πείσμωσε κάποια στιγμή και δεν ήθελε να αφήσει την καρέκλα. «Το βασικό επίτευγμα του Μπάιντεν ήταν ότι απομακρύνθηκε από τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία των προκατόχων του, Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών», απαντά ο 72χρονος αμερικανός καθηγητής. «Εγκατέλειψε τις συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου, υποστήριξε τις δημόσιες επενδύσεις, την πράσινη ενέργεια, τους αντιμονοπωλιακούς νόμους, και τοποθέτησε ανθρώπους από την προοδευτική πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος για να εφαρμόσουν αυτά τα μέτρα. Αυτό ήταν ενδιαφέρον, γιατί ήταν ένας πολιτικός του κατεστημένου. Απέτυχε όμως να εντάξει όλα αυτά τα μέτρα σε μια νέα φιλοσοφία, σε ένα νέο σχέδιο για την αυτοδιοίκηση.

Ο Φράνκλιν Ρούσβελτ, αντιθέτως, είχε καταφέρει να περιγράψει με απλά λόγια την πολιτική του, ώστε ο κόσμος να καταλάβει ότι ήταν ένα New Deal για τον αμερικανικό λαό, όχι μόνο στο πεδίο της οικονομίας, αλλά και της δημοκρατίας».

O Μάικλ Σαντέλ είναι ένας από τους δημοφιλέστερους καθηγητές πολιτικής φιλοσοφίας του Χάρβαρντ και ένας πραγματικός σταρ του YouTube, όπου εκατομμύρια άνθρωποι έχουν δει τις διαλέξεις του. Τον περασμένο Οκτώβριο τιμήθηκε με το βραβείο Berggruen, κάτι σαν το «Νομπέλ Φιλοσοφίας». Συγκαταλέγεται στους θεωρητικούς του κοινοτισμού, του ρεύματος δηλαδή που, αντίθετα με τον φιλελευθερισμό, υποστηρίζει ότι η κοινωνία έχει προτεραιότητα έναντι του ατόμου. Και το έργο του πραγματεύεται ζητήματα που βρίσκονται στο σταυροδρόμι της ηθικής και της πολιτικής θεωρίας, δύο πεδίων που δέχονται επίθεση σήμερα από τον Ντόναλντ Τραμπ και το MAGA.

«Η οργή κατά των ελίτ»

Τον ρωτώ ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας του αμερικανού προέδρου. «Εχει καταφέρει να εκμεταλλευθεί τα παράπονα, την απογοήτευση, την οργή ανθρώπων απ’ όλο το πολιτικό φάσμα που θεωρούν ότι το σύστημα έχει αποτύχει και αισθάνονται ότι η φωνή τους δεν έχει καμιά σημασία. Ο Τραμπ έχει έναν τρόπο να ανταποκρίνεται σε αυτή την αίσθηση αποδυνάμωσης και την οργή κατά των ελίτ. Στην πραγματικότητα, όμως, έχει κάνει πολύ λίγα για να βοηθήσει τους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα εκείνους χωρίς πτυχίο, που έχουν εγκαταλείψει το Δημοκρατικό Κόμμα και έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους σ’ αυτόν. Το σημαντικότερο πράγμα που έκανε στην πρώτη του θητεία ήταν να αποφασίσει φοροαπαλλαγές που ευνόησαν κυρίως τους πλούσιους και τις μεγάλες επιχειρήσεις, όχι τους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης που τον υποστήριξαν. Επιπλέον, προσπάθησε να καταργήσει το Obamacare. Kαι παρ’ όλα αυτά, τον ψήφισαν! Εδώ υπάρχει κάτι, που πρέπει να εξηγηθεί».

Μ’ αυτά και μ’ εκείνα έχουμε τελειώσει τη μισή ψαρόσουπα που πήρε ο καθένας μας κι έχουν έρθει τα επόμενα. H προτίμησή του στην ταραμοσαλάτα είναι φανερή, ενώ αντιθέτως οι κοκκινιστές σαρδέλες μάλλον δεν του λένε τίποτα. Του λέω ότι μερικές από τις ιδέες που αναπτύσσει στα βιβλία του έχουν χαραχθεί βαθιά στο μυαλό μου. Στραβομουτσουνιάζω, για παράδειγμα, όταν βλέπω στο αεροδρόμιο επιβάτες που έχουν πληρώσει για να παρακάμψουν την ουρά στον έλεγχο των αποσκευών ή στην επιβίβαση στο αεροπλάνο, καθώς θυμάμαι να γράφει στο «Τι δεν μπορεί να αγοράσει το χρήμα» πως τέτοιες πρακτικές οξύνουν τις ανισότητες και συμβάλλουν στη διαφθορά. Χαμογελάω επίσης με νόημα όταν ακούω τον πρωθυπουργό να εξαίρει την αξιοκρατία, μια έννοια που ο συνομιλητής μου έχει αποδομήσει στο «Η τυραννία της αξίας», περιγράφοντας την αλαζονεία που γεννά στους κερδισμένους και τη σκληρότητα που νιώθουν όσοι μένουν πίσω (και τα δύο βιβλία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ).

Αυτή η σκληρότητα είναι λοιπόν το κλειδί που εξηγεί τη μετατόπιση αυτών των ψηφοφόρων; Η αίσθησή τους ότι έχουν χάσει την αξιοπρέπειά τους; «Στις διευρυνόμενες ανισότητες, στις απώλειες θέσεων εργασίας και στην εξαφάνιση των βιομηχανικών κοινοτήτων στις μεσοδυτικές πολιτείες, οι Δημοκρατικοί απάντησαν με την ατομική κινητικότητα προς τα πάνω μέσω της ανώτερης εκπαίδευσης. Υπάρχει όμως μια εγγενής προσβολή σ’ αυτό. Σου λένε ότι αν δεν μπόρεσες να πάρεις πτυχίο και παλεύεις στη νέα οικονομία, φταις εσύ. Οπως ένας κερδισμένος αξίζει τα κέρδη του, έτσι και ο χαμένος αξίζει τη φτώχεια του. Αυτή την περιφρόνηση τη νιώθουν οι άνθρωποι της εργατικής τάξης και την εκμεταλλεύεται ο Τραμπ. Η εναλλακτική λύση λοιπόν που πρέπει να προσφέρουν οι Δημοκρατικοί, οι προοδευτικοί, πρέπει να είναι ένα νέο πολιτικό σχέδιο που να μη βασίζεται στη δύναμη της αξίας, στη ρητορική της ανόδου».

Οταν χάνουν οι πολίτες την εμπιστοσύνη

Αυτό που αμφισβητεί στην πραγματικότητα ο Σαντέλ είναι μια προσέγγιση της ελευθερίας, αναμφισβήτητα ελκυστική, σύμφωνα με την οποία μπορούμε να είμαστε αυτοδημιούργητοι, και αυτάρκεις, και να έχουμε τον έλεγχο της μοίρας μας. Το περίφημο «Yes, we can!» του Ομπάμα. Την πεποίθηση ότι όποιος δουλεύει σκληρά, και φυσικά έχει πτυχίο, μπορεί να πετύχει τα πάντα. «Αυτή η ιδέα της ελευθερίας είναι ατελής», συνεχίζει. «Οπότε δημιουργείται το ερώτημα: τι είναι η ελευθερία, αν όχι η άνοδος με την επίμονη προσπάθεια και τη σκληρή δουλειά; Η απάντησή μου έχει να κάνει με τη συμμετοχή. Το να έχεις λόγο ως ισότιμος πολίτης, μαζί με άλλους πολίτες, στο πώς διοικείται μια πολιτική κοινότητα».

Μέσα από ποια κανάλια; «Κανονικά μέσω της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αλλά όταν κυριαρχεί η οικονομική ισχύς, όταν η δύναμη του χρήματος στις πολιτικές εκστρατείες και η δύναμη του lobbying από τα ισχυρά συμφέροντα γίνεται πολύ μεγάλη, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία παύει να είναι ένα αποτελεσματικό μέσο για την έκφραση της φωνής των πολιτών, κι ας διεξάγονται εκλογές, κι ας ρίχνουν την ψήφο τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να χάνουν οι πολίτες την εμπιστοσύνη τους στις εκλογές και να αρχίσουν να πιστεύουν σε αυταρχικούς τρόπους διακυβέρνησης».

Οπότε ποια είναι η λύση; Οι συνελεύσεις που κάνει ο Μακρόν, όπου συμμετέχουν πολίτες με κλήρωση, και λένε την άποψή τους, και μετά πάνε σπίτι τους και συνεχίζουν τα πράγματα όπως είναι; «Αυτό είναι ένα ενδιαφέρον πείραμα και μπορεί να γίνει με διάφορα θέματα, τη φορολογία, τη μετανάστευση, την κλιματική αλλαγή. Φυσικά τα συμπεράσματά τους πρέπει να γίνονται γνωστά και, όταν οι κυβερνήσεις δεν τα εφαρμόζουν στην πράξη, να εξηγούν τουλάχιστον τους λόγους.

Το επόμενο στάδιο είναι η θέσπιση δύο κοινοβουλευτικών σωμάτων, με τα μέλη του ενός να εκλέγονται και του άλλου να προκύπτουν με κλήρωση για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα και κατά τρόπο που να αντιπροσωπεύονται διάφορες τάξεις, εθνότητες και γεωγραφικές περιοχές. Είναι ένα πείραμα που μας παραπέμπει στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία».

Βρίσκω τον καθηγητή αθεράπευτα αισιόδοξο για την ανθρώπινη φύση, και του το λέω. Διαφωνεί. «Πρέπει να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στην αισιοδοξία και την ελπίδα. Συμφωνώ μαζί σας ότι είναι δύσκολο να είσαι αισιόδοξος, ιδιαίτερα αν ζεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό που μου δίνει ελπίδα, όμως, είναι ότι υπάρχει μια πολύ διαδεδομένη επιθυμία για κάτι καλύτερο, για ένα καλύτερο είδος δημοσίου λόγου. Ταξιδεύω πολύ, δίνω διαλέξεις, θέτω ερωτήματα και βλέπω τη λαχτάρα των ανθρώπων, ιδιαίτερα των νέων, να συζητήσουν».

Ο Ολαφ Σολτς και ο Αλέξης Τσίπρας

Οσο τον άκουγα, και γνωρίζοντας την επιρροή που ασκεί στα παγκόσμια πράγματα, αναρωτήθηκα αν τον έχει καλέσει ποτέ κάποιος ηγέτης για να συζητήσουν, να ακούσει τις απόψεις του, να αναθεωρήσει ενδεχομένως τις βεβαιότητές του. Για την Αμερική δεν θέλησε να μου απαντήσει. Μου είπε όμως ότι τον Δεκέμβριο του 2020 του τηλεφώνησε ο τότε υποψήφιος για την καγκελαρία Ολαφ Σολτς, του αποκάλυψε ότι είχε εντυπωσιαστεί από την «Τυραννία της αξίας» και τον ρώτησε γιατί οι ψηφοφόροι της εργατικής τάξης εγκατέλειπαν κεντροαριστερά κόμματα όπως το δικό του και στρέφονταν στους λαϊκιστές. «Η λέξη που πρέπει να θυμάστε είναι ο σεβασμός», του απάντησε ο Σαντέλ στην ωριαία συνομιλία του με τον ίδιο και στελέχη του SPD.

Ο Σολτς έθεσε αυτή τη λέξη στο κέντρο της προεκλογικής του καμπάνιας. Εναν χρόνο μετά, έφερνε πίσω στο κόμμα 300.000 ψηφοφόρους των λαϊκών στρωμάτων και κέρδιζε τις εκλογές.

Είχε περάσει η ώρα, έπρεπε να φύγουμε, ο άνθρωπος είχε έρθει απευθείας με τη βαλίτσα του από το αεροδρόμιο, έπρεπε να περάσει από το ξενοδοχείο του και στη συνέχεια να συναντήσει κάτι καθηγητές. Προσφέρθηκα να πάρω τη βαλίτσα, αρνήθηκε, την έσερνε εκείνος μες στο σκοτάδι στα φιλόξενα και ευρύχωρα αθηναϊκά πεζοδρόμια, ενώ μου έλεγε ότι είχε έρθει από τη Βοστώνη και στη συνέχεια θα πήγαινε να δώσει διαλέξεις στη Νάπολη, τη Ρώμη και τη Βραζιλία.

Πλησιάζαμε στο ξενοδοχείο του, όταν μου έκανε ξαφνικά την ερώτηση που περίμενα λιγότερο: «Πιστεύεις ότι ο Τσίπρας έχει πιθανότητες να νικήσει;» Τον ρώτησα αν τον ξέρει, μου είπε ότι τον είχε συναντήσει πριν από έξι μήνες στο Χάρβαρντ, του μετέφερα την εικόνα των δημοσκοπήσεων, αποχαιρετιστήκαμε, ένιωσα προνομιούχος που είχα περάσει δυο ώρες μ’ έναν αληθινό δάσκαλο.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.